Η πολιτική κρίση που διαπερνά τη Γαλλία και συνολικά την Ευρώπη παίρνει πλέον χαρακτηριστικά ανοιχτής σύγκρουσης, με την κυβέρνηση να προετοιμάζεται για νέο γύρο κινητοποιήσεων και να ενισχύει την παρουσία των δυνάμεων ασφαλείας στους δρόμους.
Μετά την κυβέρνηση Μελόνι, η οποία αποφάσισε να στείλει 500 επιπλέον στρατιώτες στο Μιλάνο, και η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί προανήγγειλε την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων στη Γαλλία το ερχόμενο Σάββατο, πέραν της «μαζικής αστυνομικής παρουσίας». Οι Αρχές φοβούνται επανάληψη της βίας και των λεηλασιών που σημάδεψαν τις διαδηλώσεις της 17ης Οκτωβρίου, καθώς τόσο τα Κίτρινα Γιλέκα όσο και οι μεγαλύτερες φοιτητικές οργανώσεις έχουν ανακοινώσει νέο γύρο κινητοποιήσεων.
Για δεύτερη συνεχόμενη νύχτα επιβλήθηκαν, άλλωστε, στοχευμένες απαγορεύσεις κυκλοφορίας σε περιοχές του Παρισιού, της Τουλούζης, της Λυών, της Μασσαλίας, της Νίκαιας και του Μπορντό. Στις τρεις τελευταίες πόλεις, τα μέτρα αφορούν μόνο ανηλίκους. Παρότι η ηρεμία έχει επιστρέψει προς το παρόν στους δρόμους, η πολιτική ένταση συνεχίζει να κλιμακώνεται.
Ο Γάλλος πρωθυπουργός επανέλαβε την καταγγελία ότι οι διαδηλώσεις του περασμένου Σαββάτου μετατράπηκαν σε «σχέδιο εξέγερσης υπό την καθοδήγηση οργανώσεων της άκρας και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς».
Η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, από την πλευρά της, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιχείρησε, με τη συνδρομή δημοσιεύματος του ιστότοπου Mediapart, να την καταστήσει υπεύθυνη για τα επεισόδια χρησιμοποιώντας χαλκευμένα στοιχεία μέσω των κρατικών υπηρεσιών πληροφοριών. «Μετά τη βία και το χάος στη Γαλλία, υπάρχει μόνο μία κερδισμένη, η Μαρίν Λε Πεν», αποτύπωνε χθες στην «Guardian» μια κοινή πεποίθηση των παρατηρητών ο Πολ Τέιλορ.
Οι εικόνες από τις καταστροφές του Σαββάτου αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς απομένουν έξι μήνες μέχρι τις γαλλικές προεδρικές εκλογές. Ο εμπρησμός που κατέστρεψε σχεδόν ολοσχερώς το δημαρχείο της Λιμόζ, η βεβήλωση της προτομής της Μαριάν στο δημαρχείο της Μασσαλίας και η λεηλασία περισσότερων από 2.000 καταστημάτων δεν συνιστούν μόνο κρίση δημόσιας τάξης.
Για τον εμπρησμό στη Λιμόζ συνελήφθη χθες ένας 34χρονος, ο οποίος φέρεται να συνδέεται με το «ριζοσπαστικό οικολογικό κίνημα». Τα γεγονότα αποτυπώνουν, παράλληλα, το βάθος της πολιτικής κρίσης που διαπερνά όχι μόνο τη Γαλλία, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη. Οπως παρατηρούσαν χθες οι «New York Times», «Δεν είναι μόνο η Γαλλία: καταρρέει το πολιτικό κέντρο της Ευρώπης».
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, η αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας και η δυσπιστία απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα ενισχύουν τα πολιτικά άκρα. Ολοένα και περισσότεροι πολίτες θεωρούν ότι τα κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Κεντροδεξιάς δεν προσφέρουν πραγματικές εναλλακτικές λύσεις και διοικούνται από μια ελίτ αποκομμένη από τα λαϊκά στρώματα, τους εργαζομένους και τους νέους.
Την ίδια στιγμή, τα αυξανόμενα ελλείμματα, οι δημόσιες δαπάνες και τα επιτόκια περιορίζουν τα περιθώρια των κυβερνήσεων να αντιδράσουν. Η ασθενική οικονομική ανάπτυξη, ο υψηλός πληθωρισμός, το διογκωμένο δημόσιο χρέος και οι δυσοίωνες προοπτικές για τους νέους τροφοδοτούν τα κόμματα διαμαρτυρίας και τις λαϊκιστικές δυνάμεις της Ακροδεξιάς και της Ακροαριστεράς.
Με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις να αναμένονται μέσα στον επόμενο χρόνο σε τέσσερις από τις πολυπληθέστερες χώρες της Ευρώπης – Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία και φυσικά τη Γαλλία –, τα πιο ακραία κόμματα εξελίσσονται σε ολοένα μεγαλύτερη πρόκληση για το πολιτικό κατεστημένο.
Τα στοιχεία του Pew Research Center αποτυπώνουν το μέγεθος της δυσπιστίας: το 69% των Γάλλων, το 68% των Ισπανών, το 62% των Ιταλών και το 47% των Πολωνών δηλώνουν δυσαρεστημένοι από τη λειτουργία της δημοκρατίας. «Αρχίσαμε να θεωρούμε τη δημοκρατία δεδομένη», συνοψίζει το πρόβλημα ο νομπελίστας Οικονομίας Ντάρον Ατζέμογλου.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν έχει ανταποκριθεί στις προσδοκίες των απλών πολιτών, ιδίως της πολυπληθούς εργατικής τάξης. «Για να ανακτήσει ο φιλελευθερισμός τη δυναμική του, πρέπει να θέσει την εργατική τάξη στο επίκεντρο», σημειώνει ο Ντάρον Ατζέμογλου.
Τα κεντρώα κόμματα καλούνται να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι τους ακούν, αλλά και ότι κατανοούν τις ανησυχίες τους, δήλωσε από την πλευρά του στους «New York Times» ο Στίβεν Ε. Σόκολ, πρόεδρος του American Council on Germany. «Σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: άνθρωποι που αισθάνονται ότι έχουν αφεθεί πίσω, ότι δεν συμμετέχουν στην ευημερία και την ασφάλεια που βλέπουν γύρω τους».

