Κόντρα στις αντιλήψεις του Μεσαίωνα: Παρέπεμψε στη Δικαιοσύνη τους μισθοφόρους που την κακοποίησαν σεξουαλικά

Share

Μια υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης στη Γαλλία του 15ου αιώνα φωτίζει μια διαφορετική πλευρά της ζωής των γυναικών και της απονομής δικαιοσύνης κατά τον Μεσαίωνα. Η ιστορία της Ζαν, μιας εγκύου γυναίκας που δέχθηκε επίθεση από μισθοφόρους στην Ντιζόν το 1472, δείχνει πως μια γυναίκα χωρίς ισχυρά κοινωνικά στηρίγματα κατάφερε να καταγγείλει τους δράστες και να ακουστεί από τις τοπικές αρχές.

Η υπόθεση παρουσιάζεται στο βιβλίο της ιστορικού Σάρα ΜακΝτούγκαλ, με τίτλο Justice for Jehanne. Η έρευνα βασίζεται σε περίπου 70 σελίδες χειρόγραφων δικαστικών εγγράφων, που διασώθηκαν στο δημοτικό αρχείο της Ντιζόν και καταγράφουν την πορεία της υπόθεσης μέσα από καταθέσεις και μαρτυρίες.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Η Ντιζόν εκείνη την περίοδο ζούσε υπό την απειλή πολεμικών συγκρούσεων. Η πόλη βρισκόταν στη δίνη της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον δούκα της Βουργουνδίας Κάρολο τον Τολμηρό και τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΑ΄, καθώς οι γαλλικές δυνάμεις πλησίαζαν στην περιοχή.

Για την προστασία της πόλης, ο δούκας είχε τοποθετήσει μισθοφόρους γύρω από τα τείχη. Σύμφωνα με τη ΜακΝτούγκαλ, οι ένοπλοι προκαλούσαν συχνά προβλήματα στους κατοίκους και αναζητούσαν ανθρώπους για εκβιασμό, απαγωγή ή κακοποίηση.

«Υπήρχαν επανειλημμένα περιστατικά ανδρών που κυκλοφορούσαν τη νύχτα αναζητώντας πιθανά θύματα για να εκβιάσουν, να κακοποιήσουν, να κρατήσουν για λύτρα ή να απαγάγουν», ανέφερε η ΜακΝτούγκαλ στο BBC.

Η Ζαν καταγόταν από φτωχή οικογένεια στη Λωρραίνη, στη βορειοανατολική Γαλλία, και είχε ταξιδέψει μέχρι την Ντιζόν. Τον χειμώνα του 1472 δήλωσε στις αρχές ότι ήταν περίπου 32 ετών και παντρεμένη με έναν άνδρα ονόματι Ζαν ντε Ρελάνζ.

Η ηλικία της δεν μπορούσε να προσδιοριστεί με ακρίβεια, καθώς εκείνη την εποχή οι γεννήσεις δεν καταγράφονταν συστηματικά. Η εμφάνισή της, ωστόσο, είχε ιδιαίτερη σημασία για την κοινωνική της θέση. Οι μαρτυρίες την περιέγραφαν με κομψά ρούχα και μια μακριά κουκούλα που κάλυπτε τα ξανθά μαλλιά της, στοιχεία που παρέπεμπαν στην εικόνα μιας αξιοπρεπούς παντρεμένης γυναίκας.

Το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου 1472, η Ζαν βρισκόταν στο σπίτι της γυναίκας που τη φιλοξενούσε, όταν κάποιος χτύπησε δυνατά την πόρτα. Στην είσοδο εμφανίστηκαν δύο άνδρες από την περιοχή, οι οποίοι απαίτησαν να τους ακολουθήσουν.

Όταν οι δύο γυναίκες αρνήθηκαν, ένας από τους άνδρες έφυγε και επέστρεψε με μισθοφόρους του δούκα. Οι άνδρες έσυραν τη Ζαν σε ένα κοντινό χωράφι και επιχείρησαν να τη βιάσουν, παρότι βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη.

Της φώναζαν ότι είχαν ακούσει πως το αγέννητο παιδί της ήταν παιδί ιερέα και, επομένως, γεννημένο εκτός γάμου. Η ίδια κατέθεσε ότι οι δράστες επιχείρησαν να την κακοποιήσουν, ενώ εκείνη αντιστεκόταν μέσα στο χιόνι. Την ξυλοκόπησαν και την έριξαν μπρούμυτα, προκαλώντας της έντονη ανησυχία για την υγεία του παιδιού της.

Η επίθεση τελικά δεν ολοκληρώθηκε, καθώς η εγκυμοσύνη της και η σθεναρή αντίστασή της εμπόδισαν τους δράστες. Την επομένη, η Ζαν έδωσε την πρώτη κατάθεσή της στις αρχές. Ο αξιωματούχος Ζακ Μπορεστέλ, που ενεργούσε για λογαριασμό της δημοτικής διοίκησης, τη βρήκε στο κρεβάτι, καταβεβλημένη από όσα είχαν συμβεί και φοβισμένη για το αγέννητο παιδί της.

Η Ζαν περιέγραψε με λεπτομέρειες την επίθεση και έδωσε όσες πληροφορίες μπορούσε να θυμηθεί για τους άνδρες. Την επόμενη ημέρα γέννησε ένα κορίτσι.

Η απόφασή της να καταγγείλει τους δράστες δεν ήταν αυτονόητη. Παρότι η απαγωγή και η επίθεση τιμωρούνταν θεωρητικά με θάνατο, τα περισσότερα εγκλήματα δεν οδηγούνταν σε δίωξη και δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι θα δικαιωνόταν.

Με βάση τα στοιχεία που έδωσε, ο Μπορεστέλ κατάφερε να εντοπίσει και να συλλάβει τους περισσότερους από τους εμπλεκομένους. Οι άνδρες αρνήθηκαν αρχικά τις κατηγορίες. Ακολούθησε κατ’ αντιπαράσταση εξέταση, κατά την οποία η Ζαν επανέλαβε όσα είχε καταγγείλει.

Όταν οι ύποπτοι συνέχισαν να αρνούνται την εμπλοκή τους, οι δημοτικοί αξιωματούχοι ενέκριναν τη χρήση βασανιστηρίων. Ένας από τους άνδρες υποβλήθηκε σε μέθοδο που έμοιαζε με τον εικονικό πνιγμό και τελικά όλοι ομολόγησαν.

Οι αρχές αποφάσισαν ότι η προβλεπόμενη ποινή ήταν ο θάνατος. Υπήρχε, όμως, ένα σημαντικό εμπόδιο: οι κατηγορούμενοι ήταν μισθοφόροι και υπάγονταν στη δικαιοδοσία του δούκα.

Οι δημοτικές αρχές ζήτησαν από τον Κάρολο τον Τολμηρό να τιμωρήσει τους άνδρες, καθώς ο ίδιος είχε καταδικάσει δημόσια τη συμπεριφορά των μισθοφόρων και είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε οι κάτοικοι της Ντιζόν να αισθάνονται ασφαλείς. Η απάντηση των δουκικών αρχών, ωστόσο, ήταν να προτείνουν την απελευθέρωσή τους.

Η δημοτική διοίκηση αντέδρασε και, προκειμένου να κερδίσει χρόνο, ξεκίνησε νέα έρευνα. Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρέθηκε η ίδια η Ζαν, όχι για να δικαστεί, αλλά για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία της ως καταγγέλλουσας.

Ο Μπορεστέλ επιχείρησε να εξακριβώσει αν ήταν μια αξιοσέβαστη παντρεμένη γυναίκα ή αν η προσωπική της ζωή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αμφισβητηθεί η μαρτυρία της. Οι γείτονες και οι γνωστοί της ανέφεραν ότι η συμπεριφορά της δεν προκαλούσε αρνητικά σχόλια και πως κανείς δεν την κατηγορούσε για την επίθεση που είχε υποστεί.

Στην πορεία, όμως, αποκαλύφθηκε ότι η ζωή της δεν ήταν ακριβώς αυτή που είχε αρχικά παρουσιάσει. Μια γειτόνισσα ανέφερε ότι η Ζαν είχε γεννήσει άλλο παιδί περίπου δύο χρόνια νωρίτερα, σε ένα κοντινό μοναστήρι. Πατέρας του παιδιού θεωρούνταν ένας ιερέας με τον οποίο φέρεται να συγκατοικούσε.

Παράλληλα, έγινε γνωστό ότι ο σύζυγός της την είχε εγκαταλείψει αρκετά χρόνια νωρίτερα, όταν έφυγε για να πολεμήσει. Όταν ο Μπορεστέλ την αντιμετώπισε με τα νέα στοιχεία, η Ζαν παραδέχθηκε ότι είχε πει ορισμένα ψέματα. Εξήγησε πως, μετά την αποχώρηση του συζύγου της, είχε συνάψει σχέση με τον ιερέα και είχε αποκτήσει μαζί του δύο παιδιά.

Η ίδια συνόψισε τη θέση της με μια φράση που αποτυπώνει τις δύσκολες συνθήκες της εποχής: «Ήταν καλύτερο να χρησιμοποιεί το σώμα της για να εξασφαλίζει τα προς το ζην παρά να καταφεύγει στην κλοπή».

Η προσωπική ζωή της Ζαν δεν ήταν συμβατή με την εικόνα της πιστής συζύγου που είχε αρχικά παρουσιάσει. Αυτό, ωστόσο, δεν οδήγησε τις δημοτικές αρχές στην εγκατάλειψη της υπόθεσης. Παρά τις αποκαλύψεις για τη σχέση της με τον ιερέα και τα παιδιά που είχαν αποκτήσει εκτός γάμου, οι αξιωματούχοι συνέχισαν να επιδιώκουν την τιμωρία των μισθοφόρων.

Η στάση αυτή αναδεικνύει τις αντιφάσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας. Οι εξωσυζυγικές σχέσεις καταδικάζονταν θεωρητικά, αλλά ήταν διαδεδομένες στην πράξη. Οι ιερείς όφειλαν να απέχουν από τις σεξουαλικές σχέσεις, ωστόσο αρκετοί διατηρούσαν συντρόφους και αποκτούσαν παιδιά. Αντίστοιχα, η πορνεία θεωρούνταν σοβαρό ηθικό παράπτωμα, αλλά γινόταν σε μεγάλο βαθμό ανεκτή.

Παρά την επιμονή των δημοτικών αρχών, η υπόθεση δεν είχε την κατάληξη που επιδίωκαν. Οι δουκικές αρχές υποστήριξαν ότι οι κατηγορούμενοι ήταν μέλη του κλήρου και, επομένως, υπάγονταν στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Ο ισχυρισμός ήταν παράδοξος, καθώς οι κληρικοί απαγορευόταν να φέρουν όπλα, περιόρισε όμως τις δυνατότητες των δημοτικών αξιωματούχων.

Έπειτα από δύο μήνες κράτησης, οι άνδρες αφέθηκαν ελεύθεροι.

Τα ιστορικά αρχεία δεν αποκαλύπτουν τι απέγινε τελικά η Ζαν. Είναι πιθανό να κατέληξε στην πορνεία, αλλά τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα. Η ΜακΝτούγκαλ εκτιμά, ωστόσο, ότι η γυναίκα δεν αποδέχθηκε παθητικά όσα της συνέβησαν.

Παρά τις απειλές που δέχθηκε από υποστηρικτές των μισθοφόρων, βρήκε καταφύγιο με τη βοήθεια γειτόνων και γνωστών της και συνέχισε να διεκδικεί δικαιοσύνη. Τελικά, κατέληξε να εργάζεται σε ένα νοσοκομείο.

Η ιστορικός επισημαίνει ότι η υπόθεση αμφισβητεί την άποψη πως οι γυναίκες που κατήγγελλαν σεξουαλική βία στον Μεσαίωνα αντιμετωπίζονταν αναγκαστικά με περιφρόνηση και κοινωνικό αποκλεισμό.

«Αυτή η μεσαιωνική κοινωνία δεν φαίνεται να επιδιδόταν σε πρακτικές ενοχοποίησης και διαπόμπευσης των θυμάτων, στον βαθμό που μπορώ να διαπιστώσω», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, οι γυναίκες μπορούσαν να καταγγείλουν εγκλήματα χωρίς να απαιτείται να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια ή να είναι παρθένες για να θεωρηθούν αξιόπιστες. Στην περίπτωση της Ζαν, μάλιστα, οι γείτονες τη βοήθησαν παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ζωή των γυναικών στον Μεσαίωνα ήταν εύκολη ή ότι τα θύματα σεξουαλικής βίας αντιμετωπίζονταν πάντοτε με κατανόηση. Η συγκεκριμένη υπόθεση δείχνει, όμως, ότι η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη από τις στερεοτυπικές αντιλήψεις.

Η Ζαν κατάφερε να καταγγείλει την επίθεση, να γίνει πιστευτή από τις δημοτικές αρχές και να βρει ανθρώπους που τη στήριξαν. Αν και οι δράστες τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι, η ιστορία της, όπως διασώθηκε στα δικαστικά έγγραφα, αποτελεί μια σπάνια μαρτυρία για τη θέση των γυναικών, την κοινωνική αλληλεγγύη και τα όρια της δικαιοσύνης πριν από έξι αιώνες.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ