Η Αττική εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλό πλημμυρικό κίνδυνο, παρά τα έργα και τις παρεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Ο επίκουρος καθηγητής Γεωλογίας του ΕΚΠΑ, Μιχάλης Διακάκης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον Γιώργο Ψύλλια, επισημαίνει ότι η πυκνή δόμηση, η περιορισμένη απορρόφηση του νερού και η συγκέντρωση κρίσιμων υποδομών καθιστούν το λεκανοπέδιο ιδιαίτερα ευάλωτο σε ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο.
Η ένταση και η συχνότητα των πλημμυρών, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, αυξάνουν τις πιέσεις στις υποδομές και στους μηχανισμούς αντιμετώπισης. Όπως εξηγεί ο κ. Διακάκης, η εμπειρία που έχει αποκτήσει η χώρα δεν αρκεί από μόνη της για να περιορίσει τον κίνδυνο, καθώς ένα ακραίο φαινόμενο μπορεί να υπερβεί τα όρια σχεδιασμού ακόμη και σημαντικών έργων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, σύμφωνα με τον ίδιο, η πρόληψη, η ετοιμότητα και η προστασία των περιοχών που είναι περισσότερο εκτεθειμένες, ενώ απαιτείται σταθερή συνέχεια στις παρεμβάσεις για τη μείωση του κινδύνου.
Η Αττική απέναντι σε ένα νέο σοβαρό κύμα κακοκαιρίας
Η Αττική, λόγω της συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού υποδομών, περιουσιών και κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων, παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή επικινδυνότητα και τρωτότητα απέναντι στα πλημμυρικά φαινόμενα. Το μεγάλο ποσοστό κάλυψης του φυσικού εδάφους από αδιαπέρατες επιφάνειες και ο εξαιρετικά πυκνός δομημένος ιστός περιορίζουν την απορρόφηση των υδάτων και δυσχεραίνουν την ασφαλή απορροή τους.
Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες των τελευταίων ετών και την υλοποίηση αντιπλημμυρικών παρεμβάσεων, η Αττική εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό πλημμυρικό κίνδυνο.
Τα αντιπλημμυρικά έργα και οι ανάγκες για νέες παρεμβάσεις
Τα αντιπλημμυρικά έργα στο λεκανοπέδιο είναι πολυάριθμα, ωστόσο αποτελούν ένα σύνολο παλαιότερων και νεότερων παρεμβάσεων, με διαφορετικές προδιαγραφές και δυνατότητες. Ορισμένα μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά σε φαινόμενα χαμηλότερης έντασης, αλλά δεν επαρκούν όταν οι βροχοπτώσεις και οι παροχές υπερβαίνουν τα όρια σχεδιασμού τους και περνάμε στη σφαίρα των ακραίων φαινομένων.
Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται να ενισχυθούν οι προσπάθειες για νέα έργα, παράλληλα με τη συντήρηση και την αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην ανάσχεση της απορροής στους ορεινούς όγκους, μέσω μικρής κλίμακας ανασχετικών φραγμάτων, αλλά και στην αντιδιαβρωτική προστασία των καμένων εκτάσεων.
Οι επανειλημμένες πυρκαγιές καθιστούν αυτές τις παρεμβάσεις ουσιαστικό μέρος της αντιπλημμυρικής προστασίας της Αττικής, καθώς έχουν ενισχύσει σημαντικά τον κίνδυνο πλημμυρών.
Περισσότερη εμπειρία, αλλά όχι μικρότερος κίνδυνος
Η χώρα διαθέτει πλέον μεγαλύτερη εμπειρία στη διαχείριση μεγάλων πλημμυρών, στην αποκατάσταση των ζημιών και στην αρωγή των πληγέντων. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει συστηματικές προσπάθειες βελτίωσης σε αυτούς τους τομείς.
Ωστόσο, η αυξημένη εμπειρία δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει περιοριστεί σε χαμηλά επίπεδα. Η ένταση και η επαναλαμβανόμενη εκδήλωση ακραίων φαινομένων μπορούν να υπερβούν τις δυνατότητες των υποδομών και των μηχανισμών αντιμετώπισης, παρά τις παρεμβάσεις που έχουν προηγηθεί.
Τα γεγονότα στην Κρήτη, στη Ρόδο και στην Εύβοια υπενθυμίζουν ότι εξακολουθούμε να είμαστε ευάλωτοι. Χρειάζεται, συνεπώς, σταθερή και συστηματική συνέχεια στις παρεμβάσεις μείωσης του κινδύνου, με έμφαση στην πρόληψη, στην ετοιμότητα και στην προστασία των περισσότερο εκτεθειμένων περιοχών.
Πλημμύρες και ξηρασία στο ίδιο κλιματικό περιβάλλον
Η επιδείνωση του πλημμυρικού κινδύνου οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων. Η κλιματική αλλαγή ενισχύει τις συνθήκες εκδήλωσης έντονων βροχοπτώσεων, ενώ η επέκταση των πόλεων και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε πλημμυρικά πεδία αυξάνει την έκθεση σε αυτές.
Έτσι, σε πολλές περιοχές, περισσότεροι άνθρωποι, περιουσίες και υποδομές βρίσκονται σήμερα σε ζώνες υψηλού κινδύνου. Παράλληλα, οι κοινωνίες εξαρτώνται από ολοένα περισσότερα διασυνδεδεμένα δίκτυα και υποδομές. Μια βλάβη σε μία υποδομή μπορεί να προκαλέσει διαδοχικές δυσλειτουργίες σε άλλες, διευρύνοντας τις συνέπειες μιας πλημμύρας και αυξάνοντας κατακόρυφα το κόστος της.
Η συνύπαρξη πλημμυρών και ξηρασίας δεν αποτελεί αντίφαση. Μεγάλες περίοδοι χωρίς βροχή μπορούν να ακολουθούνται από πολύ έντονες βροχοπτώσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα, στο νέο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης που διανύουμε. Σημασία, επομένως, δεν έχει μόνο η συνολική ποσότητα της βροχής, αλλά και η ένταση, η διάρκεια και η κατανομή της μέσα στον χρόνο.
Οι κρίσιμες υποδομές ως «ενισχυτές» των επιπτώσεων
Οι κρίσιμες υποδομές αποτελούν καθοριστικό κρίκο της αλυσίδας του κινδύνου. Η πρόσφατη έρευνα του ΕΚΠΑ αναδεικνύει ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως «ενισχυτές» των επιπτώσεων των φυσικών καταστροφών, αυξάνοντας τόσο το οικονομικό κόστος όσο και το εύρος και τη διάρκεια των συνεπειών τους.
Για παράδειγμα, μια διακοπή ηλεκτροδότησης μπορεί να επηρεάσει την ύδρευση, τις τηλεπικοινωνίες ή τη λειτουργία μονάδων υγείας, ακόμη και αν οι ίδιες οι εγκαταστάσεις τους δεν έχουν πλημμυρίσει.
Στο ΕΚΠΑ, μέσω μιας νέας βάσης δεδομένων και ενός μοντέλου ανάλυσης των επιπτώσεων, οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι η λειτουργία και οι αλληλεξαρτήσεις των κρίσιμων υποδομών είναι από τους καθοριστικούς παράγοντες για το πόσο εκτεταμένες γίνονται οι συνέπειες ενός ακραίου φαινομένου.
Η προστασία τους, επομένως, αφορά όχι μόνο την αποφυγή υλικών ζημιών, αλλά και τη διατήρηση βασικών υπηρεσιών για την κοινωνία.

