ΔΝΤ: Η Μέση Ανατολή σε ύφεση το 2026 εξαιτίας του πολέμου – Οι τρεις προτάσεις

Share

Η πολεμική σύγκρουση που ξεκίνησε στο Ιράν και εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος της Μέσης Ανατολής αναμένεται να προκαλέσει βαθιά ύφεση στην περιοχή το 2026, σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Στην έκθεσή του για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική (MENAP), το ΔΝΤ προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα υποχωρήσει από 3,3% το 2025 στο -1,3% το 2026. Για το 2027 αναμένεται σημαντική, αλλά άνιση, ανάκαμψη.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Οι προβλέψεις περιλαμβάνονται στη νέα έκθεση του Ταμείου, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα στο πλαίσιο της φθινοπωρινής συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που πραγματοποιείται στη Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης.

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις δεν θα είναι ίδιες για όλες τις χώρες της περιοχής. Οι οικονομίες που εξάγουν πετρέλαιο και έχουν πληγεί άμεσα από τις αναταράξεις στον ενεργειακό τομέα και το εμπόριο αναμένεται να καταγράψουν σημαντική συρρίκνωση το 2026. Ωστόσο, οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου θα προσφέρουν κάποια στήριξη στη δημοσιονομική και εξωτερική τους θέση.

Η σταδιακή αποκατάσταση της παραγωγής ενέργειας και της εμπορικής δραστηριότητας εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε έντονη αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ το 2027. Παρ’ όλα αυτά, το επίπεδο της παραγωγής θα παραμείνει χαμηλότερο από την πορεία που είχε προβλεφθεί μεσοπρόθεσμα πριν από τη σύγκρουση.

Πιο ανθεκτικές εμφανίζονται οι οικονομίες της Μέσης Ανατολής και των γύρω χωρών που εισάγουν πετρέλαιο. Η δραστηριότητά τους παρέμεινε σχετικά σταθερή το 2026 και αναμένεται να διατηρήσει αυτή την τάση. Το ΔΝΤ αποδίδει την ανθεκτικότητα αυτή στα εμβάσματα εργαζομένων σε άλλες χώρες, στα έσοδα από τον τουρισμό, στις ευνοϊκές χρηματοοικονομικές συνθήκες και στην κρατική στήριξη.

Οι παράγοντες αυτοί περιόρισαν το άμεσο πλήγμα από τον πόλεμο, όμως τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής έχουν περιοριστεί. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί μετρίως το 2026 και στη συνέχεια να υποχωρήσει σταδιακά.

Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων, το ΔΝΤ διατυπώνει τρεις βασικές προτάσεις. Πρώτον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής καλούνται να συνεχίσουν να δίνουν προτεραιότητα στη σταθερότητα των τιμών, «διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική βιωσιμότητα». Σε χώρες όπου εκδηλώνονται πληθωριστικές πιέσεις, η νομισματική πολιτική θα πρέπει να παραμείνει η πρώτη γραμμή άμυνας, ιδιαίτερα όταν ο δημοσιονομικός χώρος είναι περιορισμένος.

Δεύτερον, το Ταμείο θεωρεί ότι η ενίσχυση των δημοσιονομικών αποθεμάτων παραμένει απαραίτητη σε όλη την περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό προτείνει αύξηση των εγχώριων εσόδων, αποτελεσματικότερες δημόσιες δαπάνες και ισχυρότερα δημοσιονομικά πλαίσια. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής «θα πρέπει να απέχουν από την εφαρμογή επιδοτήσεων ευρείας βάσης και αντ’ αυτού να στοχεύουν στην υποστήριξη όσων επηρεάζονται περισσότερο μέσω στοχευμένων, προσωρινών και ουδέτερων ως προς τον προϋπολογισμό μεταβιβάσεων κεφαλαίων».

Τρίτον, οι χώρες «καλούνται να συνεχίσουν να ενισχύουν την ικανότητά τους να αντέχουν σε μελλοντικούς κραδασμούς». Σύμφωνα με το ΔΝΤ, καλύτερα προετοιμασμένα είναι τα κράτη που διαθέτουν ισχυρούς θεσμούς, αξιόπιστα νομισματικά πλαίσια με ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες και μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια.

Η διαφοροποίηση του εμπορίου, η βαθύτερη περιφερειακή ολοκλήρωση και η ενίσχυση της δυνατότητας υιοθέτησης νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης, μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι τα οφέλη θα είναι μεγαλύτερα όταν οι κινήσεις αυτές συνοδεύονται από μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ