Με μεικτά πρόσημα ολοκληρώθηκε η συνεδρίαση της Δευτέρας στη Wall Street, καθώς η νέα άνοδος στις τιμές του πετρελαίου επανέφερε στο προσκήνιο τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό. Ο Nasdaq δέχθηκε πιέσεις, ενώ ο Dow Jones κινήθηκε ανοδικά και ο S&P 500 έκλεισε σχεδόν αμετάβλητος.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην έναρξη των ανακοινώσεων για τα εταιρικά αποτελέσματα τρίτου τριμήνου, αλλά και στα κρίσιμα οικονομικά στοιχεία που αναμένονται μέσα στην εβδομάδα.
Οι τιμές του πετρελαίου ενισχύθηκαν κατά σχεδόν 2 δολάρια το βαρέλι, μετά τις φονικές επιθέσεις του Σαββατοκύριακου στο διεθνές αεροδρόμιο του Ριάντ, στη Σαουδική Αραβία. Η εξέλιξη αυτή επισκίασε τις προοπτικές αύξησης της προσφοράς, που είχαν ενισχυθεί μετά τις δηλώσεις του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για τις νέες εξαγωγές ρωσικού ντίζελ, αλλά και τις αναφορές του σε πιθανή εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας για τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές.
Στο επίκεντρο των επενδυτών βρίσκονται οι αμερικανικές τράπεζες, καθώς την Τρίτη αναμένεται να ανακοινώσουν τα οικονομικά τους μεγέθη η Goldman Sachs, η Citigroup και η JPMorgan Chase.
Με βάση τα στοιχεία της LSEG IBES, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα κέρδη των εταιρειών του δείκτη S&P 500 θα αυξηθούν κατά 30,6% στο τρίτο τρίμηνο. Παράλληλα, η αγορά περιμένει τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, τόσο σε επίπεδο καταναλωτή όσο και παραγωγού, καθώς και τα δεδομένα για τις λιανικές πωλήσεις.
Η αγορά ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου παρέμεινε κλειστή τη Δευτέρα, λόγω της αργίας για την Ημέρα του Κολόμβου. Ωστόσο, οι επενδυτές συνεχίζουν να παρακολουθούν με ανησυχία την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων σε υψηλά 24 ετών, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος ενισχύει τους φόβους για αναζωπύρωση του πληθωρισμού.
Ο Τιμ Γκρίσκεϊ, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής χαρτοφυλακίου στην Ingalls & Snyder, υπογράμμισε ότι τα οικονομικά στοιχεία και τα αποτελέσματα των τραπεζών αναμένεται να καθορίσουν την πορεία της αγοράς. Όπως σημείωσε, η απουσία σαφούς κατεύθυνσης από την αγορά ομολόγων ενισχύει την επιφυλακτικότητα των επενδυτών.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία, ο S&P 500 υποχώρησε κατά 3,75 μονάδες ή 0,05% και έκλεισε στις 7.807,79 μονάδες. Ο Nasdaq Composite κατέγραψε απώλειες 120,17 μονάδων ή 0,44%, στις 27.246 μονάδες.
Αντίθετα, ο Dow Jones Industrial Average ενισχύθηκε κατά 198,22 μονάδες ή 0,38%, φτάνοντας στις 51.853,17 μονάδες.
Ο Ρόμπερτ Πάβλικ, ανώτερος διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Dakota Wealth, ανέφερε ότι οι επενδυτές έχουν λόγους να παραμένουν επιφυλακτικοί, καθώς η άνοδος του πετρελαίου συμπίπτει με την αναμονή για τα οικονομικά στοιχεία και τις εταιρικές ανακοινώσεις.
Ο ενεργειακός κλάδος κατέγραψε τις καλύτερες επιδόσεις μεταξύ των βασικών κλάδων του S&P 500, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έδωσε ώθηση στις σχετικές μετοχές. Ανοδικά κινήθηκε και ο δείκτης υπηρεσιών επικοινωνίας, με τη Meta να ξεχωρίζει.
Στον αντίποδα, οι κλάδοι της τεχνολογίας και των καταναλωτικών αγαθών προαιρετικής δαπάνης κινήθηκαν υπό πίεση. Οι μεγαλύτερες απώλειες στην τεχνολογία σημειώθηκαν στις μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών, με τον δείκτη Philadelphia Semiconductor να υποχωρεί σε χαμηλό τριών εβδομάδων.
Στον κλάδο της κατανάλωσης, η μετοχή της Chipotle Mexican Grill κατέγραψε απώλειες, μετά τη δήλωση της Starbucks ότι δεν σχεδιάζει να εξαγοράσει την αλυσίδα εστιατορίων μεξικανικού φαγητού.
Η Microsoft κινήθηκε ανοδικά κατά 0,9%. Νωρίτερα, η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας είχε ξεπεράσει τα 4 τρισ. δολάρια για πρώτη φορά μέσα σε έναν χρόνο, μετά την ανακοίνωση των σχεδίων της για ευρεία αξιοποίηση των δικών της τσιπ τεχνητής νοημοσύνης.
Κέρδη σημείωσε και η Salesforce, μετά την αναβάθμιση της σύστασης για τη μετοχή της σε «αγορά» από «υποαπόδοση» από την BofA Global Research. Ανοδικά κινήθηκε και η eBay, μετά την ένταξή της στις κορυφαίες επενδυτικές επιλογές της Morgan Stanley.
Την ίδια ώρα, η πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Κλίβελαντ, Μπεθ Χάμακ, δήλωσε ότι η Fed θα πρέπει να κινηθεί «σχετικά γρήγορα» προς μια πιο περιοριστική νομισματική πολιτική, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό.
Όπως ανέφερε, οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν διευρυνθεί και αρχίζουν να επηρεάζουν τις αποφάσεις των επιχειρήσεων σχετικά με τις τιμές που καθορίζουν.
Παρά τις προειδοποιήσεις, οι αγορές δεν θεωρούσαν πιθανό το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων από τη Fed μέσα στον Οκτώβριο. Σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch της CME, η πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων εκτιμάτο σε λιγότερο από 22%, έναντι 17,7% την Παρασκευή.

