Το Ριάντ βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα σύνθετο δίλημμα, καθώς οι επιθέσεις των Χούθι δεν πλήττουν μόνο τη στρατιωτική ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και την οικονομία, τις επενδύσεις και τη διεθνή εικόνα της χώρας.
Τα πλήγματα στο διεθνές αεροδρόμιο King Khalid του Ριάντ προκάλεσαν νεκρούς, εκατοντάδες τραυματίες και σοβαρές αναταράξεις στις αερομεταφορές, αναδεικνύοντας τα κενά στην προστασία ενός βασιλείου που έχει επενδύσει δισεκατομμύρια στην άμυνά του.
Το οικονομικό κόστος έγινε άμεσα αισθητό. Σύμφωνα με το Reuters, έως το μεσημέρι της Δευτέρας είχε ακυρωθεί το 82% των προγραμματισμένων πτήσεων στο αεροδρόμιο του Ριάντ, ενώ σε ολόκληρη τη χώρα οι ακυρώσεις έφταναν το 46,4%.
Μεγάλες ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες ανέστειλαν δρομολόγια, ενώ η αναστάτωση επηρέασε διεθνείς επιχειρηματικές και ενεργειακές διοργανώσεις. Οι εξελίξεις δημιουργούν νέα προβλήματα για το Vision 2030 του διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, το σχέδιο που φιλοδοξεί να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε διεθνή επενδυτικό, τουριστικό και επιχειρηματικό κόμβο.
Οι Χούθι επιδιώκουν, πρώτα απ’ όλα, να ασκήσουν αντίποινα για τη στρατιωτική υποστήριξη του Ριάντ προς τις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης. Οι τελευταίες επιχειρούν να ανακαταλάβουν στρατηγικές θέσεις που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ανταρτών.
Παράλληλα, οι επιθέσεις σε αεροδρόμια και ενεργειακές εγκαταστάσεις λειτουργούν ως εργαλείο πολιτικής πίεσης. Στόχος είναι να καταστεί η συνέχιση της σαουδαραβικής εμπλοκής πιο δαπανηρή και πολιτικά δυσκολότερη.
Η απειλή κατά κρίσιμων υποδομών μπορεί να προκαλέσει διακοπές λειτουργίας, να αυξήσει το κόστος ασφάλισης και μεταφοράς και να αποθαρρύνει νέες επενδύσεις. Η οικονομική διάσταση, επομένως, αποτελεί βασικό κομμάτι της στρατηγικής των Χούθι και όχι απλώς έναν τρόπο άμεσου πλουτισμού τους.
Επιπλέον, η δυνατότητα να απειλούν το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, το στρατηγικό πέρασμα της Ερυθράς Θάλασσας, τους προσφέρει σημαντική διαπραγματευτική ισχύ. Από την περιοχή διέρχονται κρίσιμες εμπορικές και ενεργειακές ροές.
Η κρίση έχει και ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση. Η ιρανική υποστήριξη έχει ενισχύσει τις στρατιωτικές δυνατότητες των Χούθι, ενώ η δράση τους μπορεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τεχεράνης στην αντιπαράθεσή της με τις ΗΠΑ και τους περιφερειακούς συμμάχους τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επίθεση σχεδιάζεται απευθείας από το Ιράν. Δείχνει, όμως, ότι η σύγκρουση στην Υεμένη αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού για επιρροή στη Μέση Ανατολή, η οποία εισέρχεται σε νέα περίοδο αστάθειας.
Η αντιμετώπιση των επιθέσεων παραμένει δύσκολη για το Ριάντ. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει προηγμένα συστήματα αεράμυνας, ωστόσο το τεράστιο μέγεθος της επικράτειάς της καθιστά αδύνατη την πλήρη προστασία κάθε αεροδρομίου, διυλιστηρίου και στρατιωτικής εγκατάστασης.
Τα σχετικά φθηνά drones και οι πύραυλοι υποχρεώνουν το βασίλειο να διαθέτει σημαντικούς πόρους για την αναχαίτισή τους. Την ίδια στιγμή, οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί δεν εγγυώνται την εξάλειψη των δυνατοτήτων των Χούθι.
Για τον λόγο αυτόν, το Ριάντ αναζητεί πρόσθετη υποστήριξη. Η Τουρκία θα μπορούσε να προσφέρει ραντάρ, συστήματα αντιμετώπισης drones και τεχνογνωσία στον ηλεκτρονικό πόλεμο, ενώ το Πακιστάν διαθέτει ήδη στρατιωτική παρουσία στο βασίλειο και μακρόχρονη αμυντική συνεργασία μαζί του.
Οι δύο χώρες έχουν δεσμευθεί να ενισχύσουν την υποστήριξή τους, χωρίς να έχουν δημοσιοποιηθεί συγκεκριμένοι αριθμοί δυνάμεων ή χρονοδιαγράμματα. Η Άγκυρα, πάντως, έχει αποκλείσει επιθετικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό στο πλαίσιο της συμφωνίας, ενώ το Ισλαμαμπάντ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη προς το Ριάντ και στις σχέσεις του με το Ιράν.
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται πλέον μπροστά σε δύο δύσκολες επιλογές: να προχωρήσει σε περισσότερα αντίποινα, με κίνδυνο έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, ή να επενδύσει περαιτέρω στην άμυνα και να αναζητήσει διπλωματική διέξοδο.
Οι επιθέσεις αποδεικνύουν ότι οι Χούθι δεν χρειάζεται να επικρατήσουν στρατιωτικά για να προκαλέσουν στρατηγική ζημιά. Αρκεί να διατηρούν την απειλή, να αυξάνουν το οικονομικό κόστος και να υπονομεύουν την αίσθηση ασφάλειας.
Η πραγματική δοκιμασία για το Ριάντ είναι να προστατεύσει την οικονομία και τις υποδομές του χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια σύγκρουση με απρόβλεπτες περιφερειακές συνέπειες.

