Η υπόθεση που συνδέει την πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με τις πολιτικές εξελίξεις στη Ρουμανία αποκτά πλέον και αμερικανική διάσταση. Η γερουσιάστρια Τζιν Σαχίν, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, και ο βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζητούν με επιστολές τους προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να διερευνηθούν όσα αποκάλυψε η «Wall Street Journal» για τη δράση της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα. Κατά σύμπτωση, ο Ρούμπιο έρχεται την Τρίτη στην Αθήνα για συζητήσεις με την ελληνική κυβέρνηση.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η Γκίλφοϊλ, πρόσωπο του περιβάλλοντος του Ντόναλντ Τραμπ, αξιοποιεί τη θητεία της περιοδεύοντας στα Βαλκάνια και προωθώντας το αμερικανικό LNG. Στο επίκεντρο του ρεπορτάζ βρίσκεται ο ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας Χρήστος Μαραφάτσος, ο οποίος φέρεται να λειτουργεί ως «σκιά» της. Ο ίδιος καταχωρίστηκε ως λομπίστας στις 5 Νοεμβρίου.
Η «Wall Street Journal», η εφημερίδα του Ρούπερτ Μέρντοκ, επανέφερε στο προσκήνιο μια συζήτηση που είχε γίνει έξι μήνες νωρίτερα σε δείπνο στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα. Στις 18 Μαρτίου, στο τραπέζι κάθονταν περισσότεροι από δώδεκα άνθρωποι, ανάμεσά τους πολιτικοί, στελέχη της πρεσβείας, στρατιωτικοί και διπλωμάτες άλλων χωρών. Παρόντες ήταν και τουλάχιστον δύο υπουργοί, ο Σταύρος Παπασταύρου και ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης.
Η συζήτηση στράφηκε στην κυβέρνηση της Ρουμανίας υπό τον Ιλιε Μπολογιάν. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η πρεσβευτής είπε ότι πίσω από τους τριγμούς βρίσκονταν οι ΗΠΑ: «Μπορούμε να το κάνουμε αυτό σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ». Ο Παπασταύρου, ο οποίος έχει προϊστορία στη διαχείριση ανάλογων συζητήσεων από τα χρόνια των μνημονίων, απάντησε πως οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια ελληνική κυβέρνηση που εξέλεξε ο λαός. Η ατάκα ειπώθηκε μεταξύ σοβαρού κι αστείου, όπως και η απάντηση.
Η εφημερίδα του Μέρντοκ, με τον οποίο η Γκίλφοϊλ είχε γευματίσει στις αρχές Σεπτεμβρίου, φέρεται να είχε ξεκινήσει την έρευνα σχεδόν έξι μήνες νωρίτερα. Αρχικός άξονας ήταν η δραστηριότητά της στα ενεργειακά, ενώ στη συνέχεια οι δημοσιογράφοι άρχισαν να εξετάζουν και την κοινωνική ζωή που έχει αναπτύξει στην Αθήνα, έχοντας λάβει σχετικές πληροφορίες και από διπλωματικές πηγές. Το ρεπορτάζ υπογράφεται από τέσσερις κορυφαίους συντάκτες της «WSJ», βραβευμένους με Πούλιτζερ για έρευνες σχετικά με τον Ντόναλντ Τραμπ, τον Ιλον Μασκ και μεγάλες υποθέσεις σύγκρουσης συμφερόντων.
Στο μεταξύ, οι «Financial Times» επανήλθαν στην υπόθεση, επιβεβαιώνοντας τόσο την επίμαχη φράση όσο και το παρασκήνιο γύρω από αυτή. Όπως αναφέρουν, η Γκίλφοϊλ πίεζε τη Ρουμανία, στο πλαίσιο της πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ, να αγοράσει μεγάλες ποσότητες αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ο τότε πρωθυπουργός Μπολογιάν στήριζε τον Κάθετο Διάδρομο, όμως αρνήθηκε να αυξήσει τις αγορές, καθώς η Ρουμανία διαθέτει δικό της φυσικό αέριο. Το σοσιαλιστικό κόμμα PSD διαφωνούσε μαζί του και, σύμφωνα με τις πηγές των «FT», αυτή ήταν μία από τις αιτίες που αποχώρησε από τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Το χρονολόγιο των γεγονότων στη Ρουμανία έχει προκαλέσει πολλά ερωτήματα. Δεκατρείς ημέρες μετά το δείπνο στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για συνέδριο σχετικά με τα ενεργειακά. Το ίδιο βράδυ δείπνησε στο εστιατόριο Isoletta, έχοντας στο πλευρό της τον Σορίν Γκριντεάνου, αρχηγό του PSD και πρόεδρο της Βουλής, τον υπουργό Ενέργειας Μπογκντάν Ιβάν και τον προεδρικό σύμβουλο Φλορίν Βλαντικά.
Στο ίδιο τραπέζι βρίσκονταν, δηλαδή, ο πολιτικός εταίρος που πέντε εβδομάδες αργότερα θα έριχνε την κυβέρνηση, ο υπουργός που είχε την ευθύνη των ενεργειακών και ένας άνθρωπος του Προεδρικού Μεγάρου. Στις 5 Μαΐου, η κυβέρνηση Μπολογιάν κατέρρευσε με τις ψήφους του PSD και του ακροδεξιού AUR.
Πριν από τις αποκαλύψεις της «WSJ», το δείπνο θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια κοινωνική συνάντηση. Μετά το δημοσίευμα, όμως, οι ερωτήσεις έγιναν πολύ πιο πιεστικές. Οι φήμες, μάλιστα, αναφέρουν ότι ενδέχεται να ακολουθήσει και νέο δημοσίευμα σε αμερικανικό έντυπο. Ορισμένοι εκτιμούν πως θα επιχειρηθεί να διατηρηθεί το momentum και να «χτυπηθεί» ο πρόεδρος Τραμπ μέσω της Γκίλφοϊλ, πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Στο κάδρο μπήκε και ένα ταξίδι στη Μύκονο. Στις 7 Ιουλίου, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης μετέδιδαν την άφιξη της Αμερικανίδας πρεσβευτού στο νησί. Το επόμενο πρωί, στις 10.30, ιδιωτικό αεροσκάφος Embraer απογειώθηκε από το Βουκουρέστι με προορισμό τη Μύκονο, μεταφέροντας δεκατρείς επιβάτες.
Στη λίστα βρίσκονταν ένας δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου της Κωνστάντζας, ο πρώην πρωθυπουργός Βίκτορ Πόντα, πρώην υπουργός Εργασίας του PSD, επιχειρηματίας με δικαστικές εκκρεμότητες, ο πρόεδρος της Επιτροπής Ενέργειας της ρουμανικής Γερουσίας και ο εμπορικός διευθυντής του κρατικού τερματικού πετρελαίου της Κωνστάντζας.
Το ταξίδι πληρώθηκε από το Εμπορικό Επιμελητήριο και έγινε γνωστό τον Σεπτέμβριο, ύστερα από αποκάλυψη χάκερ. Από τότε, οι εξηγήσεις των επιβατών δεν φαίνεται να συγκλίνουν. Ο δικαστής υποστήριξε ότι επρόκειτο για αυστηρά ιδιωτικό ταξίδι, ενώ το Επιμελητήριο το παρουσίασε ως επιχειρηματική αποστολή. Ο επιχειρηματίας αρχικά αρνήθηκε ότι βρισκόταν στην πτήση και στη συνέχεια μίλησε για επένδυση στην Κωνστάντζα. Ο πρώην πρωθυπουργός δήλωσε ότι έχει κενά μνήμης, ενώ αίτημα για σύσταση εξεταστικής επιτροπής στη Βουλή της Ρουμανίας απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες.
Μετά την αποκάλυψη του δείπνου και, κυρίως, της συζήτησης στην Αθήνα, το ταξίδι απέκτησε διαφορετικό βάρος. Η αντιπολίτευση ζητά από την κυβέρνηση συγκεκριμένες απαντήσεις, ενώ ο πρόεδρος του PSD, Γκριντεάνου, απάντησε πως τον πρωθυπουργό Μπολογιάν δεν τον έριξαν «ούτε οι Αμερικανοί ούτε το τέρας του Λοχ Νες». Ο επικεφαλής του AUR, Σίμιον, κινήθηκε στο ίδιο απαξιωτικό ύφος, υποστηρίζοντας ότι η πρεσβευτής δεν θα μπορούσε στις 18 Μαρτίου να προβλέψει το μέλλον.
Η απάντηση, ωστόσο, δεν φαίνεται να κλείνει τη συζήτηση. Όλα μπορεί να είναι μία σύμπτωση ή ακόμη και μια αλληλουχία συμπτώσεων. Το πολιτικό και επιχειρηματικό ενδιαφέρον που συγκεντρώνει, όμως, η υπόθεση είναι πλέον τόσο μεγάλο, ώστε δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί και αυτό συμπτωματικό.

