Με το βλέμμα στραμμένο στα νέα δεδομένα για τον πληθωρισμό και τις επόμενες κινήσεις της Federal Reserve, οι επενδυτές στη Wall Street κράτησαν επιφυλακτική στάση την Τετάρτη. Ο Nasdaq κινήθηκε ανοδικά, ενώ ο S&P 500 έκλεισε με οριακές απώλειες, παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία για τις τιμές καταναλωτή ήταν καλύτερα από τις προβλέψεις.
Ο S&P 500 υποχώρησε κατά 18,13 μονάδες ή 0,23%, στις 7.652,71 μονάδες, ενώ ο Nasdaq Composite ενισχύθηκε κατά 66,46 μονάδες ή 0,25%, στις 26.864 μονάδες. Ο Dow Jones έκλεισε χαμηλότερα κατά 431,84 μονάδες ή 0,84%, στις 50.918,08 μονάδες.
Παρά την ημερήσια πτώση, ο S&P 500 και ο Nasdaq ολοκλήρωσαν το δεύτερο συνεχόμενο ανοδικό τρίμηνο, καθώς και το πέμπτο θετικό τρίμηνο στα τελευταία έξι. Οι περισσότερες μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης κινήθηκαν ανοδικά, με τις Amazon, Apple και Nvidia να στηρίζουν τον τεχνολογικό κλάδο του S&P 500, ο οποίος είχε την καλύτερη επίδοση στη συνεδρίαση.
Καταλυτικό ρόλο στην εικόνα της αγοράς έπαιξαν τα στοιχεία του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ για τον δείκτη τιμών Προσωπικών Καταναλωτικών Δαπανών (PCE), τον οποίο παρακολουθεί στενά η Fed. Ο δείκτης αυξήθηκε κατά 3,4% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, έναντι πρόβλεψης για άνοδο 3,7%, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters.
Η ηπιότερη του αναμενομένου άνοδος του πληθωρισμού περιόρισε τις εκτιμήσεις για νέα αύξηση των επιτοκίων από τη Federal Reserve τον Οκτώβριο. Σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch της CME, οι πιθανότητες για αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά τουλάχιστον 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου υποχώρησαν περίπου στο 39%, από 51% στην προηγούμενη συνεδρίαση και σχεδόν 71% μία εβδομάδα νωρίτερα.
Η αποκλιμάκωση, ωστόσο, δεν αρκεί για να εξαφανίσει τις ανησυχίες γύρω από τις πληθωριστικές πιέσεις. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, που συνδέεται με τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν, αλλά και το ιδιαίτερα υψηλό κόστος του ντίζελ, έχουν επιβαρύνει τις προοπτικές και έχουν οδηγήσει σε υψηλότερα επίπεδα τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Οι αξιωματούχοι της Fed έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων των επιτοκίων, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις δεν υποχωρήσουν επαρκώς, μετά την αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης που αποφασίστηκε αυτόν τον μήνα. Η απόδοση του διετούς αμερικανικού ομολόγου αρχικά υποχώρησε μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων, πριν κινηθεί ελαφρώς υψηλότερα. Αντίθετα, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, καθώς οι επενδυτές εξακολουθούν να βλέπουν ισχυρή οικονομική ανάπτυξη.
Η τελική μέτρηση για το ΑΕΠ των ΗΠΑ στο δεύτερο τρίμηνο αναθεωρήθηκε ανοδικά, στο 2,2% σε ετησιοποιημένη βάση. Η κατανάλωση και οι επενδύσεις παρέμειναν βασικοί πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας, με την ανάπτυξη των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης να προσφέρει επιπλέον στήριξη.
Θετικά ήταν και τα νεότερα στοιχεία για την αγορά εργασίας. Η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε κατά 90.000 θέσεις εργασίας τον Σεπτέμβριο, έναντι 36.000 τον Αύγουστο, αριθμός που είχε προηγουμένως αναθεωρηθεί προς τα κάτω, σύμφωνα με την έκθεση ADP. Τα δεδομένα αυτά προσθέτουν ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ για την αμερικανική οικονομία, ενόψει της κρίσιμης κυβερνητικής έκθεσης για την αγορά εργασίας που αναμένεται την Παρασκευή.
Η αξιωματούχος της Fed, Lisa Cook, δήλωσε ότι παραμένει προσηλωμένη στη μείωση του πληθωρισμού χωρίς να προκαλέσει ζημιά στην αγορά εργασίας, υπογραμμίζοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν υπερβολικά υψηλές για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στις επιμέρους μετοχές, η Hewlett Packard Enterprise ενισχύθηκε, καθώς η εταιρεία διακομιστών τεχνητής νοημοσύνης αναθεώρησε ανοδικά την πρόβλεψή της για τη μακροπρόθεσμη αύξηση των εσόδων στον τομέα δικτύωσης και ανακοίνωσε συμφωνία ύψους 1,2 δισ. δολαρίων με τη Vultr. Αντίθετα, η Moderna σημείωσε σημαντική πτώση μετά την υποβάθμιση της μετοχής της από τη Citigroup από «neutral» σε «sell».
Το βασικό ερώτημα για τις αγορές παραμένει αν η αμερικανική οικονομία μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων. Όπως σχολίασε ο Anthony Saglimbene, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Ameriprise Financial, όσο η οικονομία αναπτύσσεται και τα εταιρικά κέρδη παραμένουν ισχυρά, οι επενδυτές είναι πιθανό να «ανεχθούν» τα υψηλότερα επιτόκια. Αν όμως αυτά παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα, οι πιέσεις στις αγορές ομολόγων, την πιστωτική αγορά και τελικά την εταιρική κερδοφορία θα μπορούσαν να προκαλέσουν απότομη αρνητική αντίδραση στις αγορές.

