Η άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα και η κινητικότητα στην αγορά των Credit Default Swaps (CDS) επαναφέρουν στο προσκήνιο φόβους που παραπέμπουν στην περίοδο πριν από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση. Οι αγορές καλούνται να διαχειριστούν ένα περιβάλλον ακριβότερου χρήματος, υψηλού πληθωρισμού, ενεργειακής πίεσης και διογκωμένου χρέους.
Το βασικό ερώτημα είναι αν πρόκειται για την απαρχή μιας νέας εποχής με υψηλότερα επιτόκια, χαμηλότερη ανάπτυξη και επίμονο πληθωρισμό ή αν διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για ένα νέο παγκόσμιο sell-off, με τα πρώτα ρήγματα μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο. Το 2007, πάντως, η κρίση είχε ξεκινήσει ως αναταραχή με φαινομενικά περιορισμένη επίδραση στο χρέος, προτού εξελιχθεί σε γενικευμένη κατάρρευση εμπιστοσύνης, παρασύρει τράπεζες και οικονομίες και ανοίξει τον δρόμο για την ελληνική κρίση.
Σήμερα η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο και διαθέτει σαφώς ισχυρότερες άμυνες. Ωστόσο, δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από μια διεθνή αναταραχή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές αναζητούν ξανά προστασία απέναντι στον κίνδυνο.
Η εικόνα στις αγορές είναι αποτέλεσμα δύο διαφορετικών σεναρίων. Το πρώτο περιγράφει μια «τέλεια καταιγίδα», που θα προκύψει από το αυξημένο κόστος δανεισμού, τις υπερβολικές αποτιμήσεις των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης και την άνοδο του ενεργειακού κόστους, η οποία τροφοδοτεί τον πληθωρισμό λόγω της παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Σε αυτή την περίπτωση, επιχειρήσεις και κράτη θα δυσκολευτούν να εξυπηρετήσουν τα αυξημένα χρέη τους, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας ευρύτερης οικονομικής αναταραχής. Το δεύτερο σενάριο προβλέπει μια αλλαγή στη δομή της παγκόσμιας οικονομίας, με περισσότερα κεφάλαια να κατευθύνονται σε επενδύσεις που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα και θα δημιουργήσουν νέο πλούτο.
Πιο πιθανό θεωρείται, πάντως, το ενδιάμεσο σενάριο. Σύμφωνα με ανάλυση της δεξαμενής σκέψης (think tank) Bruegel, με έδρα τις Βρυξέλλες, τα μακροπρόθεσμα κεφάλαια έχουν γίνει σημαντικά ακριβότερα, καθώς οι επενδυτές στρέφονται σε πιο βραχυπρόθεσμες επιλογές. Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία θα εξαρτηθούν από μια σειρά παραγόντων.
Τα κρατικά ομόλογα μεγάλης διάρκειας, που θεωρούνται από τις ασφαλέστερες μακροχρόνιες επενδύσεις, χάνουν μέρος της ελκυστικότητάς τους. Οι επενδυτές στρέφονται περισσότερο στις μεγάλες εταιρείες που πρωταγωνιστούν στην «επανάσταση» της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), στις αγορές πετρελαίου, στον χρυσό και στα εμπορεύματα. Έτσι, η σημερινή αξία των κρατικών ομολόγων υποχωρεί και οι μακροχρόνιες αποδόσεις αυξάνονται.
Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε, έστω και προσωρινά, το 5%, μετά την απόφαση της Fed για αύξηση των επιτοκίων στην περιοχή του 3,75%-4,00%. Παράλληλα, τα αμερικανικά ομόλογα πιέζονται από την αλλαγή στάσης των Ιαπώνων επενδυτών, οι οποίοι στρέφονται πλέον σε εγχώριους τίτλους.
Το μέσο κόστος δεκαετούς δανεισμού των χωρών του G7 έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008. Η απόδοση του γερμανικού δεκαετούς κινείται λίγο κάτω από το 3,50%, σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από το 2009, ενώ η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς πλησιάζει το 4,50%.
Τα ελληνικά ομόλογα δεν μένουν ανεπηρέαστα από το διεθνές κλίμα, με την απόδοση του δεκαετούς να κινείται γύρω στο 4,25%. Οι κυβερνήσεις βλέπουν τις νέες εκδόσεις χρέους να ακριβαίνουν, ενώ ολοένα μεγαλύτερο μέρος των προϋπολογισμών κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων.
Ενδεικτικό της πίεσης είναι το γεγονός ότι στη Βρετανία εξετάζεται ο περιορισμός των πωλήσεων ομολόγων από την κεντρική τράπεζα, προκειμένου να εκτονωθεί η κατάσταση. Την ίδια ώρα, ο λογαριασμός εξυπηρέτησης του χρέους στις χώρες του ΟΟΣΑ εκτιμάται ότι ξεπερνά πλέον τα 2 τρισ. δολάρια.
Στην άνοδο των αποδόσεων συμβάλλει και η γεωπολιτική αβεβαιότητα. Η κρίση στη Μέση Ανατολή αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από τις αρχικές εκτιμήσεις, διατηρώντας την τιμή του αργού πετρελαίου Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος, που επηρεάζει περισσότερο την Ευρώπη, πιέζει τις επενδύσεις σε βιομηχανίες με μεγάλες ενεργειακές ανάγκες, όπως η ΤΝ και η άμυνα. Πρόκειται για δύο κλάδους στους οποίους αναμένεται να στηριχθεί σημαντικό μέρος της μελλοντικής παγκόσμιας ανάπτυξης.
Παρά τις πιέσεις, η ανάπτυξη παραμένει προς το παρόν ανθεκτική, απομακρύνοντας το ενδεχόμενο μιας μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Fed Κέβιν Γουόρς, οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων αντανακλούν την ενίσχυση της οικονομίας.
Ανάλυση της Goldman Sachs εκτιμά ότι το επόμενο διάστημα θα υπάρξει καλύτερη εικόνα για την απόδοση των επενδύσεων στην ΤΝ. Αυτό θα μπορούσε να περιορίσει την αβεβαιότητα και να δημιουργήσει περιθώριο αποκλιμάκωσης στις αποδόσεις του κρατικού χρέους.
Την ίδια ώρα, σε επαγρύπνηση βρίσκονται οι διαμεσολαβητές στην αγορά των Credit Default Swaps (CDS), δηλαδή των ασφαλίστρων έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας, τα οποία έγιναν ευρέως γνωστά κατά την κρίση του 2008.
Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων προκαλεί ανησυχία, κυρίως επειδή υπάρχει ο φόβος μιας άτακτης κίνησης που θα μπορούσε να μεταφέρει την πίεση από το κόστος δανεισμού στην εμπιστοσύνη απέναντι σε κράτη και επιχειρήσεις. Όσο αυξάνονται μόνο οι αποδόσεις, η αγορά τιμολογεί ακριβότερα το χρήμα. Αν, όμως, αρχίσουν να ενισχύονται απότομα και τα CDS, τότε οι επενδυτές θα αναζητούν προστασία από το ενδεχόμενο χρεοκοπίας.
Μέχρι στιγμής, δεν καταγράφεται γενικευμένη κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση. Ο iTraxx Europe Main, που παρακολουθεί τα CDS μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων επενδυτικής βαθμίδας, κινείται γύρω στις 55 μονάδες βάσης. Ο πιο ευαίσθητος iTraxx Crossover, ο οποίος καλύπτει επιχειρήσεις χαμηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης, βρίσκεται κοντά στις 260 μονάδες. Και οι δύο δείκτες παραμένουν κοντά στα επίπεδα πριν από τη νέα ενεργειακή κρίση.
Οι πιέσεις είναι προς το παρόν επιλεκτικές. Το ιταλικό πενταετές CDS αυξήθηκε περίπου 9% μέσα σε μία εβδομάδα, στις 34 μονάδες βάσης, ενώ το ελληνικό ενισχύθηκε σχεδόν 4%, στις 31 μονάδες. Παρά την άνοδο, τα επίπεδα παραμένουν χαμηλά.
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να προστατεύεται από το ταμειακό απόθεμα, τη μεγάλη διάρκεια λήξης και το σταθερό κόστος του μεγαλύτερου μέρους του χρέους της. Στις ΗΠΑ, αντίθετα, τα κρατικά CDS υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο, παρά την εκτίναξη των αποδόσεων των ομολόγων.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι προς το παρόν αυξάνεται κυρίως το ασφάλιστρο πληθωρισμού και επιτοκιακού κινδύνου και όχι το ασφάλιστρο χρεοκοπίας. Οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη αμοιβή για να καλυφθούν από την ακριβή ενέργεια, τα υψηλότερα επιτόκια και την υπερπροσφορά χρέους, χωρίς να αμφισβητούν ακόμη μαζικά την ικανότητα αποπληρωμής των κρατών.
Ο πραγματικός συναγερμός θα σημάνει εάν το sell-off μεταφερθεί από τις αποδόσεις στα CDS. Τότε η αγορά δεν θα τιμολογεί απλώς ακριβότερα το χρήμα, αλλά ο φόβος θα αρχίσει να πιέζει ασφυκτικά, πρώτα τους πιο ευάλωτους και στη συνέχεια το σύνολο των αγορών και των κρατών.

