Στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης βρίσκεται η υπόθεση της φονικής έκρηξης έξω από υποκατάστημα τράπεζας, στη συμβολή των οδών Αγίου Δημητρίου και Πλάτωνος. Από την έκρηξη, που σημειώθηκε στις 3 Μαΐου 2025, έχασε τη ζωή της μια 38χρονη γυναίκα, η οποία μετέφερε τον αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό.
Συνολικά κατηγορούνται τρία άτομα. Πρόκειται για έναν 42χρονο, ο οποίος σύμφωνα με το κατηγορητήριο εμπνεύστηκε και σχεδίασε μέσα από τις φυλακές την ανατίναξη των ΑΤΜ με στόχο την αρπαγή των χρημάτων, έναν 37χρονο που φέρεται να μετέφερε το σακίδιο με τα υλικά από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη και έναν 43χρονο, ο οποίος είχε επαφές με την 38χρονη.
Η εμπλοκή του 42χρονου στην υπόθεση προέκυψε όταν έστειλε επιστολή στον ανακριτή Θεσσαλονίκης, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για το «χτύπημα» στην τράπεζα. Ο ίδιος ήταν ήδη γνωστός στις Αρχές, καθώς κατηγορούνταν μαζί με άλλα άτομα για σειρά εκρήξεων, μεταξύ των οποίων και η αποστολή φακέλου-βόμβας σε πρόεδρο Εφετών, τον Φεβρουάριο του 2024 στη Θεσσαλονίκη.
Στην απολογία του, ο 42χρονος υποστήριξε: «Στόχος ήταν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης και ήθελα να πάρω τα λεφτά. Δεν φταίω εγώ που σκοτώθηκε η Μ., πληρώθηκε για να το κάνει και δεν πήγε τσάμπα, ούτε με το όπλο στο κεφάλι».
Όπως προέκυψε από τη διαδικασία, ο 37χρονος είχε νοικιάσει διαμέρισμα-«γιάφκα» στα Λαδάδικα, όπου μεταφέρθηκε το σακίδιο με τα υλικά κατασκευής της βόμβας. Ο 43χρονος κατηγορείται επειδή αποτύπωμά του εντοπίστηκε σε δεύτερη οικεία που ερεύνησαν οι αστυνομικές Αρχές, αλλά και στη σακούλα με την οποία η 38χρονη μετέφερε τον μηχανισμό.
Η αποδεικτική διαδικασία ξεκίνησε με την εξέταση αστυνομικών, ιδιοκτητών οχημάτων και διαμερισμάτων που υπέστησαν ζημιές από την έκρηξη, καθώς και συγγενών εμπλεκόμενων προσώπων.
«Γύρω στις 5.30 το πρωί δεχτήκαμε κλήση για έκρηξη και πιθανή φωτιά σε ΑΤΜ τράπεζας», κατέθεσε αστυνομικός της Άμεσης Δράσης, ο οποίος έφτασε πρώτος στο σημείο μαζί με το πλήρωμά του. «Ήμασταν πολύ κοντά, φτάσαμε πολύ γρήγορα. Είδαμε να βγαίνουν καπνοί και να επικρατεί ένας χαμός. Ενημερώσαμε το κέντρο για πιθανή έκρηξη στο σημείο. Είδαμε κομμάτια στο έδαφος και μετά έναν άνθρωπο. Διαβιβάσαμε άμεσα στο Kέντρο ζητώντας τη συνδρομή ασθενοφόρου. Την ώρα που βρήκαμε τη γυναίκα φαινόταν πολύ βαριά τραυματισμένη, αλλά ήταν εν ζωή. Μάθαμε λίγο μετά όταν ήρθε ΕΚΑΒ ότι είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσει», συμπλήρωσε.
Για τη θανούσα κατέθεσε η ξαδέλφη της, στην οποία η 38χρονη είχε εκμυστηρευτεί ότι θα πήγαινε να κάνει μια δουλειά, καθώς χρειαζόταν χρήματα για μια επέμβαση. «Μου έλεγε “μη φοβάσαι όλα θα πάνε καλά”. Αισθανόμουν κάτι μέσα μου. Έκανε χρήση ουσιών, έμενε στον Δενδροπόταμο από τότε που βγήκε από τη φυλακή, ένα χρόνο νωρίτερα», ανέφερε.
Ο 42χρονος περιέγραψε στο δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο, όπως υποστήριξε, οργανώθηκε η ενέργεια. «θέλαμε να βγάλουμε λεφτά». Για τη 38χρονη είπε: «Την Μ. την γνώριζα πολλά χρόνια, ήξερα ότι είχε εξάρτηση από ουσίες και χρειαζόταν λεφτά», παραδεχόμενος ότι της έδινε οδηγίες μέσα από τις φυλακές για τη συναρμολόγηση του εκρηκτικού μηχανισμού.
«Το σχέδιο δεν ήταν να αφήσει τον μηχανισμό εκεί που τον άφησε» είπε στην απολογία του, υποστηρίζοντας ότι η 38χρονη άφησε τη βόμβα στο λάθος σημείο.
Αναφερόμενος στον 37χρονο, ο βασικός κατηγορούμενος υποστήριξε ότι εκείνος δέχθηκε να μεταφέρει το σακίδιο με το τρένο έναντι 500 ευρώ, επειδή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Για τον 43χρονο δήλωσε πως δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση.
Από την πλευρά του, ο 37χρονος αρνήθηκε ότι γνώριζε το περιεχόμενο του σακιδίου. «’Αφησα το σακίδιο στο μισθωμένο διαμέρισμα, ήρθε η θανούσα κι έφυγα. Πληρώθηκα για να μεταφέρω το σακίδιο από την Αθήνα, δεν γνώριζα το περιεχόμενό του. Είχα ανάγκη τα χρήματα και υπέκυψα στο δέλεαρ. Δεν έχω καμία σχέση με την κατασκευή του μηχανισμού», είπε, χωρίς ωστόσο να δώσει εξήγηση στην ερώτηση της εισαγγελέως για το πώς βρέθηκε αποτύπωμά του στο φιτίλι που χρησιμοποιήθηκε στον μηχανισμό.
Ο 43χρονος κινήθηκε στη γραμμή της πλήρους άρνησης των κατηγοριών. Για το αποτύπωμά του στη σακούλα ανέφερε ότι τη χρησιμοποίησε για να μεταφέρει φαγώσιμα στη 38χρονη με αφορμή το Πάσχα. Υποστήριξε ακόμη ότι φιλοξενούσε τη γυναίκα στο σπίτι του, επειδή εκείνη ήταν σε «άθλια κατάσταση».
Το δικαστήριο διέκοψε τη διαδικασία για αύριο, όταν και αναμένεται να συνεχιστεί με την εισαγγελική πρόταση.

