Στην παλιά γειτονιά του Μαζωνάκη: Εκεί όπου γεννήθηκε ένας λαϊκός σταρ – «Δεν θα υπάρξει άλλος»

Share

Στη Νίκαια, λίγα στενά από το σπίτι όπου μεγάλωσε ο Γιώργος Μαζωνάκης, η μνήμη του δεν χωρά μόνο στις κουβέντες των κατοίκων. Χωρά στα τραγούδια που ακούγονται από τα μαγαζιά, στα κινητά που ανοίγουν για να δείξουν ένα παλιό βίντεο, στις ιστορίες ανθρώπων που τον έζησαν πριν γίνει ο καλλιτέχνης που ξέρει όλη η χώρα. Ακόμη και ένα απλό μεσημέρι στην Π. Τσαλδάρη αρκεί για να τον φέρει ξανά στο προσκήνιο, σαν να μην έφυγε ποτέ από τη γειτονιά.

Το «Ώρες μικρές» ακούγεται από κάπου στον πεζόδρομο και αμέσως το κλίμα αλλάζει. Ο κόσμος συνεχίζει να κινείται ήρεμα, όμως για τους ανθρώπους της περιοχής ο «Μαζώ» παραμένει παρών. Δεν είναι μόνο ο σταρ των μεγάλων εμφανίσεων, αλλά το παιδί της γειτονιάς, ο δικός τους Γιώργος, που μεγάλωσε εκεί και άφησε πίσω του ιστορίες, εικόνες και δεσμούς που δεν λύθηκαν ποτέ.

«Σούπερ σταρ ήταν πάνω στην πίστα, στην καθημερινότητά του ήταν ένας απλός άνθρωπος με τρομερή ψυχή» λέει ο Νίκος Αναγνωστόπουλος, συνιδιοκτήτης της «Παλιάς Γειτονιάς», του μαγαζιού που βάφτισε ο Γιώργος Μαζωνάκης. Και δεν κρύβει τη συγκίνησή του: το μαγαζί, όπως λέει, πενθεί. «Αυτή είναι η πραγματικότητα και δεν μπορεί να την πιστέψει κανείς».

Η ιστορία του ονόματος του καταστήματος γυρίζει περίπου μια δεκαετία πίσω, όταν ο κ. Κώστας, παιδικός φίλος του τραγουδιστή, ετοιμαζόταν να ανοίξει το μαγαζί του, δύο στενά από το πατρικό του. «Τον παίρνει τηλέφωνο και του λέει, “Γιώργο, θέλω να ανοίξω ένα κατάστημα στην γειτονιά μας, έχεις καμία ιδέα για το όνομα;” και του απαντά “γιατί δεν το λες η Παλιά Γειτονιά, όπως και το τραγούδι μου;”».

Έτσι, ο Μαζωνάκης έγινε ο νονός ενός μαγαζιού που έμελλε να γίνει σημείο αναφοράς για τη γειτονιά του. Ο Νίκος θυμάται πως γνώρισε πιο κοντά τον τραγουδιστή μέσα από τον κ. Κώστα, ο οποίος για 35 χρόνια βρισκόταν δίπλα του σε κάθε εμφάνιση. «Έτσι ξεκίνησα να πηγαίνω και εγώ, να τον ακούω, να τον αγαπώ, να τον θαυμάζω και να τον στηρίζω. Αναπτύξαμε μία πιο προσωπική σχέση και δεν υπήρχε περίπτωση να χάσουμε οποιαδήποτε βραδιά του. Ήμασταν εκεί όλη την χρονιά».

Και έπειτα έρχεται η εικόνα που, όπως λένε, τους έχει μείνει ανεξίτηλη: «Κάθε φορά που έβλεπε ο Μαζωνάκης τον κύριο Κώστα, άφηνε την πίστα και πήγαινε να τον αγκαλιάσει. Ήταν πολύ κοντά οι δυο τους, δεν τον ξέχασε ποτέ».

Η συζήτηση στη γειτονιά επιστρέφει ξανά και ξανά στον ίδιο άνθρωπο: σε εκείνον που οι κάτοικοι γνώρισαν πριν από τη μεγάλη καταξίωση, πριν χτίσει το δικό του ιδιαίτερο ύφος και γίνει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους performers της ελληνικής σκηνής. «Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και πάρα πολύ απλός. Χωρίς κόμπλεξ. Δεν τον ενδιέφερε ότι ήταν ο Μαζωνάκης, ώστε να μην χαιρετήσει κάποιον που δεν ξέρει. Αυτό που μου έκανε εμένα εντύπωση ήταν η ανοιχτή του αγκαλιά και η αθωότητα στην ψυχή του και στο βλέμμα του. Ο Γιώργος δεν ήταν στημένος».

Στη Νίκαια, η λέξη που ακούγεται πιο συχνά για εκείνον είναι «αθωότητα». «Ήταν άδικο αυτό που συνέβη και αμαρτία» λέει ο Νίκος, κατεβάζοντας το βλέμμα του, ενώ προσθέτει: «ο Γιώργος ήταν ίδιος όταν έφυγε από την γειτονιά, και όταν γυρνούσε. Για εμάς δεν έγινε ποτέ ο Μαζωνάκης που ξέρει ο κόσμος. Από την στιγμή που έφυγε δεν έχουμε σταματήσει να παίζουμε τα τραγούδια του και να σχολιάζουμε αυτό που έγινε. Ήταν το παιδί της γειτονιάς μας. Ακούμε ιστορίες για αυτόν, ένας πελάτης μου είπε ότι οι αδερφές του κάποτε έμεναν απέναντι από εδώ, και ήταν πολύ μικρός ο Γιώργος. Του έβαζαν μουσική και έκαναν γλέντια, έσπαγαν πιάτα μέχρι το πρωί και εκείνος τραγουδούσε. Γινόταν χαμός».

Λίγο αργότερα, ο Νίκος τηλεφωνεί σε δύο-τρεις γνωστούς και προτείνει να συνεχιστεί η κουβέντα στο μαγαζί Καπαρόμηλο. «Δεν υπάρχει άνθρωπος εδώ που θα σου πει κακό λόγο για τον Γιώργο. Όλοι λένε πόσο ψυχούλα ήταν».

Μέσα σε λίγα λεπτά, η κουβέντα μεταφέρεται στο μεζεδοπωλείο όπου περιμένουν ο Θωμάς και ο Νίκος. «Ήμουν ο μπαρίστας του» λέει ο Θωμάς από την πρώτη στιγμή, ενώ ο Νίκος δείχνει τα εισιτήρια για το ραντεβού της 20ης Σεπτέμβρη στην Τεχνόπολη. Και οι δυο τους αφήνουν έναν βαρύ αναστεναγμό.

Ο Θωμάς τον θυμάται από τότε που ήταν 21-22 χρονών. Η αδερφή του Γιώργου Μαζωνάκη είχε μαγαζί στον Κορυδαλλό και, μετά τα ξενύχτια, εκείνος πήγαινε συχνά για καφέ στην πλατεία Ελευθερίας. «Ένα πρωί με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει, “Θωμά άνοιξε λίγο πιο νωρίς το μαγαζί, έλα κατά τις 07:00 γιατί θέλω να πιω έναν καφέ”. Ήρθε μαζί με την παρέα του, και εκείνη την ημέρα μέθυσα, γιατί αντί να πιούμε καφέ, πλακωθήκαμε στα σφηνάκια».

Ο Νίκος γελάει με την ανάμνηση και προσθέτει πως θυμάται Κυριακές στο σπίτι της θείας του Μαζωνάκη, όπου η παρέα μαζευόταν, τραγουδούσε και έσπαγε πιάτα. «Πολλές φορές τον έβλεπα σερί γιατί πήγαινα και τον άκουγα, στο ξεκίνημα του. Μεγάλωσα μαζί του. Οι αναμνήσεις μας υπάρχουν και αυτό που συνέβη είναι ασύλληπτο».

Για τον Θωμά, το σοκ είναι κοινό σε όλη τη χώρα, αλλά στη Νίκαια μοιάζει ακόμη πιο βαρύ. «Όλη η Ελλάδα και ιδιαίτερα εδώ η Νίκαια που τον ήξερε, έχουμε παγώσει. Ας αφήσουμε την καριέρα και την διασημότητά του. Για εμάς ήταν ο άνθρωπός μας. Ήταν ταπεινός ο Γιώργος».

Στα στενά γύρω από το πατρικό του, τα τραγούδια του ακούγονται και πάλι από τα αυτοκίνητα. Και σχεδόν όλοι όσοι μίλησαν γι’ αυτόν συμφώνησαν στο ίδιο πράγμα: «ήταν πάνω από όλα άνθρωπος». Όπως λένε, βοηθούσε όποιον είχε ανάγκη και τη γειτονιά του δεν την ξέχασε ποτέ.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ