Οι 11 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες ζητούν από τις Βρυξέλλες και την ΕΚΤ να περιορίσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και να απλοποιήσουν ριζικά τους κανόνες

Share

Σε μια κοινή παρέμβαση με σαφές πολιτικό και οικονομικό μήνυμα, έντεκα από τους ισχυρότερους τραπεζικούς ομίλους της Ευρώπης ζητούν από τις Βρυξέλλες και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αλλάξουν κατεύθυνση στην εποπτεία του κλάδου. Στο επίκεντρο βρίσκονται η απλοποίηση των κανόνων, η μείωση των διοικητικών βαρών και ένα «φρένο» στη συνεχή αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Η πρωτοβουλία δεν προέρχεται από έναν μεμονωμένο όμιλο ή από έναν κλαδικό φορέα. Συμμετέχουν η Santander, η HSBC, η Barclays, η Standard Chartered, η UBS, η Deutsche Bank, η ING, η Crédit Agricole, η BNP Paribas, η Société Générale και η BPCE, δηλαδή τράπεζες με παρουσία σε δεκάδες χώρες και ισολογισμούς που καλύπτουν μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής και βρετανικής αγοράς.

Στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας βρίσκεται η πρόεδρος της Santander, Άνα Μποτίν. Μαζί με τους επικεφαλής των υπόλοιπων τραπεζών υποστηρίζει ότι η Ευρώπη έχει οικοδομήσει ένα ιδιαίτερα ασφαλές τραπεζικό σύστημα, το οποίο όμως έχει γίνει τόσο σύνθετο και κατακερματισμένο ώστε να δυσκολεύεται να στηρίξει την ανάπτυξη και να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις μεγάλες οικονομίες της Ασίας.

Οι τραπεζίτες ξεκαθαρίζουν ότι δεν ζητούν επιστροφή στις πρακτικές που προηγήθηκαν της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, ούτε κατάργηση των κανόνων που θωράκισαν το σύστημα. Αναγνωρίζουν ότι η ισχυρή κεφαλαιακή βάση παραμένει απαραίτητη. Επισημαίνουν, ωστόσο, πως η αδιάκοπη προσθήκη νέων απαιτήσεων, διαδικασιών και εθνικών αποκλίσεων έχει πλέον δημιουργήσει κόστος που περιορίζει τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Το αίτημα για «φρένο» στις κεφαλαιακές απαιτήσεις αποτελεί τον πυρήνα της παρέμβασης. Όσο περισσότερο κεφάλαιο υποχρεώνεται να διακρατεί μια τράπεζα, τόσο ενισχύεται η ανθεκτικότητά της απέναντι σε ενδεχόμενες ζημιές. Παράλληλα, όμως, μειώνονται οι πόροι που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε νέα δάνεια προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Κατά την άποψη των έντεκα ομίλων, οι ευρωπαϊκές αρχές πρέπει να εξετάζουν όχι μόνο το κατά πόσο ένας νέος κανόνας περιορίζει τους κινδύνους, αλλά και τις επιπτώσεις του στη δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν επενδύσεις, παραγωγικές δραστηριότητες και την καθημερινή οικονομία.

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη εξαιτίας των μεγάλων αναγκών που έχει μπροστά της η Ευρώπη. Η πράσινη μετάβαση, η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη, η ενεργειακή ασφάλεια, οι υποδομές και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας απαιτούν τεράστιες επενδύσεις τα επόμενα χρόνια. Με τις κυβερνήσεις να μην έχουν απεριόριστα δημοσιονομικά περιθώρια, σημαντικό μέρος αυτής της χρηματοδότησης θα πρέπει να προέλθει από τον ιδιωτικό τομέα.

Οι τράπεζες θέλουν να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, διοχετεύοντας κεφάλαια στις επιχειρήσεις και στις στρατηγικές επενδύσεις. Για να γίνει αυτό, όμως, ζητούν ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει τη χρηματοδότηση παραγωγικών σχεδίων χωρίς να μετατρέπει την κανονιστική συμμόρφωση σε αυτοσκοπό.

Το δεύτερο μεγάλο αίτημα αφορά τη δραστική απλοποίηση της ευρωπαϊκής τραπεζικής νομοθεσίας. Οι όμιλοι ζητούν να περιοριστούν οι αλληλοεπικαλύψεις, να καταργηθούν περιττές διαδικασίες και να μειωθούν οι διαφορές μεταξύ των εθνικών αγορών, οι οποίες εξακολουθούν να δυσκολεύουν τη λειτουργία των τραπεζών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί μέσω της τραπεζικής ένωσης και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, η αγορά παραμένει κατακερματισμένη. Ένας όμιλος που δραστηριοποιείται σε πολλές χώρες καλείται να αντιμετωπίσει διαφορετικές εθνικές απαιτήσεις, πρακτικές και διοικητικές διαδικασίες. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερο λειτουργικό κόστος και μικρότερη δυνατότητα ανάπτυξης πραγματικά ενιαίων τραπεζικών οργανισμών.

Το μειονέκτημα γίνεται πιο έντονο στη σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η τραπεζική αγορά λειτουργεί σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και οι μεγάλοι όμιλοι αξιοποιούν ευκολότερα τις οικονομίες κλίμακας. Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, η πολυπλοκότητα του κανονιστικού περιβάλλοντος δεν είναι απλώς γραφειοκρατικό ζήτημα, αλλά πρόβλημα ανταγωνιστικότητας απέναντι σε διεθνείς ομίλους που δραστηριοποιούνται σε πιο ενοποιημένες αγορές.

Η παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά τρόπους να ενισχύσει την οικονομική της ισχύ. Η έκθεση Ντράγκι ανέδειξε την ανάγκη για πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις, βαθύτερη ενοποίηση των αγορών και περιορισμό της γραφειοκρατίας. Οι τράπεζες επιδιώκουν τώρα να μετατρέψουν τη γενική συζήτηση για την «απλοποίηση» σε συγκεκριμένες αποφάσεις, ζητώντας χρονοδιάγραμμα για τη μείωση της κανονιστικής πολυπλοκότητας από το 2027 και συνολική αξιολόγηση των νέων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Το ζήτημα αφορά άμεσα και την ΕΚΤ, η οποία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο στόχους. Από τη μία πλευρά, πρέπει να διασφαλίζει ότι οι τράπεζες διαθέτουν επαρκή ανθεκτικότητα απέναντι σε νέες κρίσεις. Από την άλλη, πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να ενισχυθεί η τραπεζική χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το δίλημμα είναι σύνθετο. Περισσότερο κεφάλαιο σημαίνει συνήθως μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά το κεφάλαιο έχει κόστος. Εάν οι απαιτήσεις αυξηθούν υπερβολικά, οι τράπεζες ενδέχεται να περιορίσουν τη χορήγηση πιστώσεων, να αυξήσουν το κόστος δανεισμού ή να μεταφέρουν δραστηριότητες σε τομείς και αγορές με χαμηλότερη εποπτική επιβάρυνση.

Παράλληλα, οι τράπεζες τάσσονται υπέρ της δημιουργίας μεγαλύτερων ευρωπαϊκών ομίλων. Οι συζητήσεις για διασυνοριακές συγχωνεύσεις έχουν ενταθεί, καθώς οι τράπεζες αναζητούν οικονομίες κλίμακας και μεγαλύτερη διεθνή επιρροή. Η προσπάθεια της UniCredit να ενισχύσει τη θέση της στη γερμανική Commerzbank αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ευρύτερης τάσης που μπορεί να αλλάξει τον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη.

Ένας πραγματικά ενιαίος τραπεζικός χώρος, σύμφωνα με τους ομίλους, θα επέτρεπε την ευκολότερη μεταφορά κεφαλαίων εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση και θα περιόριζε το κόστος λειτουργίας. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές αρχές γνωρίζουν ότι η χαλάρωση των κανόνων δεν μπορεί να γίνει χωρίς δικλίδες ασφαλείας.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η κρίση χρέους της ευρωζώνης αποτέλεσαν την αφετηρία για πολύ αυστηρότερη εποπτεία και ισχυρότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Η Ευρώπη δεν είναι διατεθειμένη να θυσιάσει εύκολα αυτή την κληρονομιά. Η πραγματική συζήτηση, επομένως, δεν αφορά το αν θα υπάρχουν κανόνες, αλλά το αν θα είναι αποτελεσματικοί, απλοί και αναλογικοί.

Η πρόκληση για τις Βρυξέλλες είναι να αποφύγουν δύο άκρα: μια επιστροφή στην ανεπαρκή εποπτεία του παρελθόντος και ένα τόσο περίπλοκο σύστημα, ώστε να περιορίζει την οικονομική δραστηριότητα που υποτίθεται ότι προστατεύει.

Το μήνυμα των Santander, HSBC, Barclays, Standard Chartered, UBS, Deutsche Bank, ING, Crédit Agricole, BNP Paribas, Société Générale και BPCE υπερβαίνει, συνεπώς, το αίτημα για λιγότερες κεφαλαιακές δεσμεύσεις. Πρόκειται για έκκληση αλλαγής φιλοσοφίας: από τη συνεχή προσθήκη κανόνων σε μια εποχή αξιολόγησης, απλοποίησης και ενοποίησης.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο για την ευρωπαϊκή τραπεζική πολιτική. Η συζήτηση για το κεφάλαιο και την εποπτεία δεν αφορά πλέον μόνο τις τράπεζες, αλλά το ίδιο το αναπτυξιακό μοντέλο της Ευρώπης και την ικανότητά της να χρηματοδοτήσει την επόμενη βιομηχανική, τεχνολογική και αμυντική προσπάθεια.

Για τους έντεκα κορυφαίους ομίλους, η θέση είναι ξεκάθαρη: η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά από το τραπεζικό της σύστημα να στηρίξει τις επενδύσεις του μέλλοντος, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει διαρκώς το κόστος και την πολυπλοκότητα της λειτουργίας του. Αυτό που ζητούν είναι λιγότερη γραφειοκρατία, περισσότερη ενοποίηση και ένα εποπτικό πλαίσιο που θα προστατεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα χωρίς να στερεί από την οικονομία το οξυγόνο της χρηματοδότησης.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ