Νέα στοιχεία φωτίζουν την αποτυχημένη επίθεση με drones στο αεροδρόμιο της Λειψίας: οι γερμανικές Αρχές στρέφουν την έρευνα σε δύο άνδρες που, σύμφωνα με το Βερολίνο, φέρονται να ενεργούσαν για λογαριασμό ρωσικών κρατικών υπηρεσιών.
Οι πληροφορίες που μεταδίδουν τα γερμανικά μέσα δείχνουν ότι οι ύποπτοι είναι «ένας άνδρας γεννημένος στη Ρωσία, με λετονικό διαβατήριο, και ένας Λευκορώσος με ρωσικό διαβατήριο», ο δεύτερος από τους οποίους είναι ήδη γνωστός στις Αρχές για άλλα αδικήματα.
Καθοριστικό κεφάλαιο στην αναζήτηση των υπευθύνων αποτέλεσαν τα ίχνη DNA που εντοπίστηκαν στο σημείο της επιχείρησης: γενετικό υλικό βρέθηκε πάνω σε ένα από τα drones, στο εσωτερικό μιας κονσέρβας που περιείχε εκρηκτικά και σε μια κεραία τοποθετημένη σε δέντρο κοντά στο αεροδρόμιο. Οι συγκρίσεις σε ευρωπαϊκές βάσεις οδήγησαν σε αντιστοιχίες στη Λιθουανία και τη Φινλανδία και, όπως αναφέρεται, οδήγησαν στον εντοπισμό του δεύτερου υπόπτου.
Η κεραία αυτή, σύμφωνα με τους ερευνητές, χρησιμοποιήθηκε για «την ενίσχυση του σήματος των drones», τα οποία ελέγχονταν μέσω δικτύου κινητής τηλεφωνίας. Μέχρι στιγμής οι Αρχές έχουν βρει τρία drones, είτε ολόκληρα είτε τμήματά τους, ενώ συνεχίζονται οι έρευνες για να διαπιστωθεί ο ακριβής αριθμός των συσκευών και ο ρόλος κάθε εμπλεκόμενου προσώπου.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα των Süddeutsche Zeitung, NDR και WDR, οι ερευνητές πιστεύουν ότι ταυτοποίησαν τον άνδρα που φέρεται να είχε αναλάβει «την οργάνωση και τον συντονισμό της σχεδιαζόμενης επίθεσης». Πρόκειται για άτομο που γεννήθηκε στη Ρωσία και διαθέτει λετονικό διαβατήριο, ενώ φέρεται να έχει σχέσεις με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες.
Καταγράφονται επίσης οι μετακινήσεις του: στα τέλη Ιουλίου ταξίδεψε στη Γερμανία μέσω του αεροδρομίου BER του Βερολίνου, νοίκιασε αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς τη Λειψία. Δύο ημέρες πριν από την αποτυχημένη επίθεση με drones, φέρεται να εγκατέλειψε τη Γερμανία, και πάλι αεροπορικώς μέσω του BER.
Οι Αρχές ανασυνέθεσαν και τις κινήσεις του δεύτερου υπόπτου: φέρεται να εισήλθε στη Γερμανία «με ιταλική τουριστική βίζα», η οποία είχε εκδοθεί στα τέλη Απριλίου από ιταλική διπλωματική υπηρεσία στο Μινσκ. Οι γερμανικές Αρχές έχουν εξακριβώσει πότε εισήλθε και πότε εγκατέλειψε τη χώρα.
Ο υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας, Αλεξάντερ Ντόμπριντ, χαρακτήρισε την απόπειρα «επαγγελματικά οργανωμένη», με υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης και σημαντική προετοιμασία. Όπως είπε, ο τρόπος σχεδιασμού παραπέμπει στις «υβριδικές ρωσικές επιχειρήσεις» που έχουν καταγραφεί στην Ευρώπη και τα έως τώρα ευρήματα δείχνουν ότι εμπλέκονται άτομα που «ενεργούσαν για λογαριασμό ρωσικών κρατικών υπηρεσιών», τα οποία ονόμασε «πράκτορες χαμηλού επιπέδου».
Η γερμανική κυβέρνηση εκφράζει την εκτίμηση ότι «η Ρωσία βρίσκεται πίσω από την απόπειρα της 4ης Αυγούστου», χωρίς ωστόσο ο Ντόμπριντ να παρουσιάσει δημοσίως λεπτομερή στοιχεία που να τεκμηριώνουν την εκτίμηση αυτή. Ο υπουργός απέφυγε επίσης να δώσει στη δημοσιότητα τα ονόματα των υπόπτων, επικαλούμενος την ανάγκη προστασίας της έρευνας.
Η Μόσχα από την πλευρά της «απορρίπτει κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή» και η ρωσική πρεσβεία στο Βερολίνο χαρακτήρισε το περιστατικό «πρόχειρα στημένη προβοκάτσια», εκφράζοντας ανησυχία για αυτό που αποκάλεσε «νέο κύμα αντιρωσικής υστερίας στη Γερμανία». Η Ρωσία έχει επανειλημμένα αρνηθεί στο παρελθόν κατηγορίες για συμμετοχή σε επιχειρήσεις σαμποτάζ ή επιθέσεις στην Ευρώπη.
Οι γερμανικές Αρχές εμφανίζονται επιφυλακτικές σχετικά με το αν θα καταφέρουν να οδηγήσουν τους δύο υπόπτους ενώπιον της Δικαιοσύνης· ως προηγούμενα αναφέρονται η δολοφονία Γεωργιανού υπηκόου στο πάρκο Kleiner Tiergarten του Βερολίνου το 2019 —υπόθεση για την οποία είχε καταδικαστεί Ρώσος υπήκοος, που όμως το 2024 απελευθερώθηκε στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων και επέστρεψε στη Ρωσία— και η κυβερνοεπίθεση στο γερμανικό Κοινοβούλιο το 2015, όταν οι ύποπτοι που φέρονταν να συνδέονται με ρωσικές υπηρεσίες δεν επέστρεψαν στην Ευρώπη για να συλληφθούν.
Παράλληλα, οι ειδικοί της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών (BKA) εξετάζουν το ενδεχόμενο η αποτυχημένη επιχείρηση να ήταν ακόμη μεγαλύτερης κλίμακας και «ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκαν περισσότερα drones από όσα έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα». Η έρευνα του ομοσπονδιακού εισαγγελέα έχει ήδη προχωρήσει και οι Αρχές συνεχίζουν να διασταυρώνουν στοιχεία, αναλύσεις και διαδρομές των υπόπτων προκειμένου να ολοκληρώσουν την υπόθεση.

