Μια διχαστική συμφωνία που συνδέει την Ουάσινγκτον με το Καράκας για την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Βενεζουέλας βρέθηκε στο επίκεντρο δημόσιου σφυροκόπηματος και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η υπηρεσιακή πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροδρίγκες, υπερασπίστηκε τη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την «ιστορική», και προσπάθησε να καθησυχάσει τις ανησυχίες για απώλεια εθνικού ελέγχου.
Η Ροδρίγκες υπογράμμισε με έμφαση ότι «Ένα πράγμα πρέπει να είναι απόλυτα σαφές: η Βενεζουέλα διατηρεί την ιδιοκτησία και την κυριαρχία των πόρων της», διαβεβαιώνοντας πως, παρά τη διεύρυνση του ρόλου αμερικανικών εταιρειών, το κράτος θα κρατήσει τον τελικό έλεγχο των αποθεμάτων.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας έγινε την Παρασκευή, εννέα μήνες μετά την αιχμαλώτιση του προκατόχου της, Νικολάς Μαδούρο, από τον αμερικανικό στρατό. Το πακέτο προβλέπει την αξιοποίηση μεγάλου μέρους των τεράστιων αποθεμάτων αργού της χώρας από αμερικανικές εταιρείες, με αντάλλαγμα επενδύσεις στη Βενεζουέλα.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία τη «μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην ιστορία» και δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ αποκτούν τον «έλεγχο» 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών από τα αποθέματα της Βενεζουέλας — ένα στοιχείο που έχει πυροδοτήσει έντονες επικρίσεις.
Η έλλειψη λεπτομερειών για τους όρους της συμφωνίας συντηρεί φήμες και σενάρια. Κριτικοί μιλούν για μια ετεροβαρή, ακόμη και επαχθή συμφωνία που ευνοεί την Ουάσιγκτον εις βάρος του Καράκας, ενώ στο εσωτερικό της χώρας προκύπτουν ρωγμές και αντιδράσεις από υποστηρικτές του τσαβισμού.
Η κυβέρνηση, όμως, προβλέπει σημαντικά οικονομικά οφέλη: εκτιμά ότι η Βενεζουέλα θα αποκομίσει έσοδα 209 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε βάθος 25 ετών — όσο δηλαδή προβλέπεται να διαρκέσει η συμφωνία — και ότι μέσω φόρων και αδειών το κράτος θα εισπράττει «σχεδόν 19 δολάρια για κάθε βαρέλι πετρελαίου που θα πωλείται». Επιπλέον, η Ροδρίγκες τονίζει ότι η συμφωνία φέρνει κεφάλαια, τεχνολογία και επιχειρησιακές δυνατότητες για να στηριχθεί η ανάκαμψη της πετρελαϊκής βιομηχανίας, πλήττοντας επί χρόνια από διεθνείς κυρώσεις.
Παρά τις υποσχέσεις για εισροή επενδύσεων, οι ανησυχίες είναι βαθιές. «Δεν ξέρουμε ποιος θα ωφεληθεί», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο 68χρονος Χεσούς Σαλασάρ, εργαζόμενος σε ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας. «Έχω τις αμφιβολίες μου, αλλά πρέπει να περιμένουμε να δούμε».
Τους τελευταίους μήνες η κυβέρνηση Ροδρίγκες, υπό την πίεση της Ουάσιγκτον, έχει προωθήσει μεταρρυθμίσεις που άνοιξαν στον ιδιωτικό τομέα, εντός και εκτός Βενεζουέλας, την πρόσβαση στο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τις μεταλλευτικές δραστηριότητες. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν προβεί σε χαλάρωση των κυρώσεων στον πετρελαϊκό τομέα, που είχαν επιβληθεί επί της προεδρίας του Νικολάς Μαδούρο.
Σε επίπεδο παραγωγής, η χώρα καταγράφει κάποια σημάδια ανάκαμψης: η παραγωγή αυξήθηκε κατά 30% από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, φτάνοντας κοντά στα 1,2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει πολύ χαμηλότερη από τα περίπου 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως που παρήγαγε η Βενεζουέλα στις αρχές του αιώνα.
Για την κατάρρευση της παραγωγής έχουν διατυπωθεί διαφορετικές εξηγήσεις, από την έλλειψη συντήρησης των κοιτασμάτων και τη διαφθορά έως την κακοδιαχείριση και τις αμερικανικές κυρώσεις — παράγοντες που καθιστούν την επιστροφή στην προηγούμενη δυναμική μια δύσκολη και χρονοβόρα προσπάθεια.
Η συμφωνία, τελικά, εμπεριέχει και ελπίδες για ευρύτερη οικονομική ανάκαμψη σε μια χώρα που βυθίστηκε σε βαθιά κρίση την περίοδο 2014-2021 και όπου εκατομμύρια οδηγήθηκαν στη φτώχεια. Πολλοί Βενεζουελάνοι συνεχίζουν να επιβιώνουν με μηνιαίο μισθό που αντιστοιχεί σε λίγα μόλις λεπτά του δολαρίου, ενώ τα επιδόματα φτάνουν έως και τα 240 δολάρια τον μήνα — σε αντιπαραβολή με το κόστος του καλαθιού βασικών τροφίμων, που υπολογίζεται στα 730 δολάρια.

