Με το άνοιγμα του νέου δικαστικού έτους, στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, τίθεται σε εφαρμογή το αναθεωρημένο Κληρονομικό Δίκαιο, μια μεταρρύθμιση που αλλάζει το πλαίσιο σχεδόν έπειτα από οκτώ δεκαετίες και αναδιαμορφώνει τις σχέσεις μεταξύ κληρονομούμενων, κληρονόμων και Δημόσιου συμφέροντος.
Στόχος του νομοθέτη είναι η προσαρμογή του δικαίου στις σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, περιορίζοντας παράλληλα τις δικαστικές διαφορές και εξασφαλίζοντας την ασφάλεια των συναλλαγών. Όπως ήδη κατέγραψαν με λεπτομέρεια οι «ΤΑ ΝΕΑ», οι αλλαγές αγγίζουν ουσιαστικά σημεία της κληρονομικής σχέσης και αναμένεται να επηρεάσουν χιλιάδες πολίτες.
Οι ιδιόγραφες διαθήκες διατηρούνται, αλλά τίθενται αυστηρότερα κριτήρια: αν προσκομιστούν για δημοσίευση μετά την πάροδο δύο ετών από τον θάνατο του διαθέτη, η κήρυξή τους ως κυρίας γίνεται υποχρεωτική. Όταν ο κληρονόμος δεν είναι στενός συγγενής, προβλέπεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και υποχρεωτική συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου στη διαδικασία.
Επιπλέον, θεσπίζεται αυστηρή απαγόρευση για ιδιόγραφες διαθήκες που συντάχθηκαν εντός της περίθαλψης σε φορείς υγείας ή κοινωνικής φροντίδας ή μέσα σε τρεις μήνες από τη διακοπή της: είναι άκυρες κατά το μέρος που ορίζουν ως κληρονόχους νομικά ή φυσικά πρόσωπα που σχετίζονται με τους φορείς αυτούς, καθώς και συγγενείς—εξαίρεση αποτελούν οι κληρονόμοι που είναι συγγενείς εξ αδιαθέτου.
Εισάγεται ρητά η κληρονομική σύμβαση: συμφωνία εν ζωή μεταξύ διαθέτη και κληρονόμων που συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου, μπορεί να περιλαμβάνει αντάλλαγμα και να υπάγεται σε δίκαιο άλλης χώρας, αν αυτό επιλέγεται από τον διαθέτη. Πρόκειται για εργαλείο που στοχεύει στην αποσυμφόρηση των μελλοντικών διαφορών και στην προσαρμογή των λύσεων στις πραγματικές ανάγκες των οικογενειών.
Σημαντική αλλαγή αποτελεί η δυνατότητα καταβολής της νόμιμης μοίρας σε χρήμα αντί για μερίδιο σε ακίνητο. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να αποφευχθεί ο κατακερματισμός ακινήτων και η ανενεργή διάσπαση μεγάλης περιουσίας, φαινόμενο που στο παρελθόν επιβάρυνε τη διαχείριση και τις συναλλαγές.
Τα δικαιώματα του επιζώντος συζύγου παραμένουν προστατευμένα: ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου συμμετέχει στην τρίτη ή τέταρτη τάξη της κληρονομίας ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων και δικαιούται, ανεξάρτητα από την τάξη, ορισμένα οικιακά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε. Αν υπάρχουν τέκνα του κληρονομούμενου, λαμβάνονται υπόψη ειδικές περιστάσεις και ανάγκες για λόγους επιείκειας.
Σε περιπτώσεις μη τελεσμένου γάμου ή σύμφωνου συμβίωσης, ο μακροχρόνιος σύντροφος (τουλάχιστον τρία έτη συμβίωσης) ή εκείνος που είχε κοινά παιδιά αποκτά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της κατοικίας για ένα έτος μετά τον θάνατο, χωρίς αντάλλαγμα.
Νομικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες: ο χρόνος αποποίησης ορίζεται σε τέσσερις μήνες από τη στιγμή που ο κληρονόμος πληροφορήθηκε την επαγωγή· για κατοίκους εξωτερικού η προθεσμία είναι ένα έτος. Σε περίπτωση διαθήκης ή κληρονομικής σύμβασης, η προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση. Ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία, εκτός αν αυτό δηλωθεί ρητά· αλλιώς η κληρονομιά εκκαθαρίζεται χωριστά από δικηγόρο-εκκαθαριστή που διορίζει το δικαστήριο και, μετά την ικανοποίηση των δανειστών, το υπόλοιπο αποδίδεται στους κληρονόμους.
Τέλος, ο νέος νόμος ανοίγει ένα κρίσιμο «παράθυρο» για όσους κληρονόμησαν από πρόσωπα που απεβίωσαν μέχρι τις 22 Μαΐου 2026 και δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν την απογραφή: έχουν τώρα τη δυνατότητα, έως τις 22 Νοεμβρίου 2026, να ζητήσουν δικαστικά τον διορισμό επιμελητή και πραγματογνωμόνων, ώστε να γίνει απογραφή της κληρονομιάς — ουσιαστικά μια «δεύτερη ευκαιρία» για χιλιάδες πολίτες που είτε αγνόησαν τις προθεσμίες είτε βρέθηκαν αντιμέτωποι με χρεωμένες κληρονομιές.

