Στις 24 Ιανουαρίου 2023, έξω από τη Βοστώνη, μια οικογένεια καταστράφηκε μέσα σε ελάχιστα λεπτά: η Λίντσεϊ Κλάνσι, νοσηλεύτρια και μητέρα τριών παιδιών, βρέθηκε αιμόφυρτη στο έδαφος με τραυματισμένο τον λαιμό και τους καρπούς της, έχοντας πέσει από παράθυρο του δεύτερου ορόφου. Στο υπόγειο του σπιτιού, τα τρία παιδιά τους ήταν νεκρά —στραγγαλισμένα με ελαστικούς ιμάντες γυμναστικής— και ο σύζυγός της, ο Πάτρικ Κλάνσι, θα ανακαλούσε για πάντα εκείνη τη στιγμή που την έσκασε από το σπίτι για να πάει να ψωνίσει.
Η πεντάχρονη Κόρα και ο τρίχρονος Ντόσον πέθαναν την ίδια μέρα. Ο οκτώ μηνών Κάλαν υπέκυψε τρεις ημέρες αργότερα. Η Λίντσεϊ επέζησε, αλλά οι τραυματισμοί της την άφησαν παράλυτη και καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο.
Η ίδια δεν αρνήθηκε ότι σκότωσε τα παιδιά της. Αυτό που καλείται να αποφασίσει το δικαστήριο της Μασαχουσέτης είναι εάν, τη στιγμή του εγκλήματος, μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματικότητα και το άδικο των πράξεών της — δηλαδή αν ήταν ικανή για ποινική υπευθυνότητα ή αν βρισκόταν σε ψυχική κατάσταση που ακύρωνε αυτή την ικανότητα, όπως επισημαίνουν οι «NY Times».
Η δίκη έχει ξεφύγει από τα όρια μιας τυπικής υπόθεσης τριπλής ανθρωποκτονίας και μετατράπηκε σε δημόσιο πεδίο σύγκρουσης γύρω από την επιλόχεια ψύχωση, τα όρια της ποινικής ευθύνης και τις ευθύνες του αμερικανικού συστήματος υγείας απέναντι σε σοβαρές ψυχικές διαταραχές της μητρότητας. Από τη μία πλευρά, η εισαγγελία ζητάει ισόβια κάθειρξη· από την άλλη, η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η Κλάνσι ήταν βαριά ασθενής και είχε εγκαταλειφθεί από ένα κατακερματισμένο δίκτυο θεραπευτών.
Η ψυχική κατάρρευση της Κλάνσι ξεκίνησε μετά τη γέννηση του τρίτου παιδιού της: κρίσεις πανικού, αϋπνία, επιταχυνόμενες σκέψεις, έντονη αγωνία και αυτοκτονικός ιδεασμός. Εξετάστηκε από διαφορετικούς γιατρούς, νοσηλεύτηκε προσωρινά σε ψυχιατρική μονάδα και έλαβε περίπου δώδεκα φάρμακα μέσα σε λίγους μήνες. Παρά τη συνεχή αναζήτηση βοήθειας, κανείς δεν φάνηκε να έχει μια συνολική εικόνα της κατάστασής της.
Για την «Εl Pais», η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι δεν επρόκειτο απλώς για επιλόχεια κατάθλιψη αλλά για επιλόχεια ψύχωση, πιθανώς σε συνδυασμό με διπολική διαταραχή και υπερβολική φαρμακευτική αγωγή — μια διάκριση κρίσιμη, καθώς η ψύχωση μπορεί να καταστρέψει την επαφή με την πραγματικότητα και να προκαλέσει παραληρητικές ιδέες, ακραία σύγχυση και ψευδαισθήσεις.
Οι «ψευδαισθήσεις προσταγών»
Στο δικαστήριο κατέθεσαν μάρτυρες που περιέγραψαν αλλαγές ριζικές στην αντίληψη της Λίντσεϊ. Μετά το έγκλημα, φέρεται να μιλούσε για μια ανδρική φωνή που τη διέταζε να σκοτώσει τα παιδιά και στη συνέχεια τον εαυτό της — πίστευε ότι, εάν δεν υπάκουε, εκείνη και τα παιδιά θα κινδύνευαν. Ο ιατροδικαστικός ψυχίατρος Φίλιπ Ρέσνικ υποστήριξε ότι εκείνη την ημέρα ήταν ψυχωτική, δεχόταν «ψευδαισθήσεις προσταγών» και αισθανόταν πως μια εξωτερική δύναμη είχε καταλάβει το σώμα της.
Ο ψυχολόγος Πολ Ζάιζελ, που την είχε συναντήσει δεκάδες φορές, κατέθεσε ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί την ηθική και ποινική απαξία των πράξεών της. Οι εξετάσεις, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έδειξαν προσποίηση ή μεγαλοποίηση των συμπτωμάτων. Περιέγραψε μια γυναίκα που εξακολουθεί να μιλά για τα παιδιά της, να τα αγαπά και να βασανίζεται από την απουσία τους.
Η εισαγγελία, ωστόσο, επιμένει ότι η Λίντσεϊ ενήργησε οργανωμένα και με επίγνωση: έστειλε τον Πάτρικ να βγει, υπολόγισε τον χρόνο της απουσίας του και σκότωσε διαδοχικά τα παιδιά. Ο ψυχίατρος Αβραμ Μακ κατέθεσε ότι έπασχε από μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, αλλά δεν είχε χάσει πλήρως την επαφή με την πραγματικότητα — και τόνισε ότι η ύπαρξη ψυχικής νόσου δεν καταργεί αυτομάτως την ποινική ευθύνη.
Ο Πάτρικ Κλάνσι, που έχασε και τα τρία του παιδιά, περιπλέκει περισσότερο τη συζήτηση: αρνείται να δει τη γυναίκα του ως τέρας. Επιμένει ότι η «πραγματική Λίντσεϊ» ήταν γενναιόδωρη και στοργική και πιστεύει πως αυτό που συνέβη ήταν αποτέλεσμα μιας καταστροφικής ψυχικής κατάρρευσης. Παράλληλα, έχει προσφύγει κατά επαγγελματιών ψυχικής υγείας, υποστηρίζοντας ότι δεν παρακολούθησαν επαρκώς τις αντιδράσεις της στα φάρμακα ούτε συντόνισαν τη θεραπεία της.
Εξω από το δικαστήριο, εκατοντάδες γυναίκες ντυμένες στα ροζ συγκεντρώθηκαν με το σύνθημα «Χρειαζόταν βοήθεια». Δεν αμφισβητούν τη φρίκη του εγκλήματος — βλέπουν όμως στην Κλάνσι τον φόβο κάθε μητέρας που προειδοποιεί ότι καταρρέει και δεν εισακούεται. Αντίθετα, πολλοί συντηρητικοί σχολιαστές υποστηρίζουν ότι η επίκληση της επιλόχειας ψύχωσης μετατοπίζει την προσοχή από τα νεκρά παιδιά στη συμπάθεια για τη δράστιδα, επισημαίνει ο «Guardian».
Η νομική έκβαση παραμένει δραματική: εάν κριθεί ένοχη, η Κλάνσι αντιμετωπίζει ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης. Εάν απαλλαγεί λόγω ψυχικής νόσου, δεν θα επιστρέψει στο σπίτι της, αλλά θα εγκλειστεί σε κρατικό ψυχιατρικό νοσοκομείο με περιοδική επανεξέταση της κατάστασής της.
Οποια και αν είναι η ετυμηγορία, το μεγάλο ερώτημα που αναδεικνύει η υπόθεση παραμένει: πόσες γυναίκες πρέπει να ζητήσουν βοήθεια και πόσο σοβαρά πρέπει να επιδεινωθούν τα συμπτώματά τους προτού το σύστημα τις ακούσει; Η Δικαιοσύνη καλείται να κινηθεί στο πλέον σκοτεινό όριο μεταξύ ενοχής και ασθένειας — εκεί όπου μια γυναίκα μπορεί να είναι συγχρόνως η αυτουργός ενός αδιανόητου εγκλήματος και το πρόσωπο που οι θεσμοί απέτυχαν να σώσουν.

