Περισσότεροι από 100 πρώην διπλωμάτες από τη Γαλλία και τη Βρετανία κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας σε κοινή τους επιστολή ότι η Παλαιστίνη «σβήνεται μπροστά στα μάτια του κόσμου» και ζητώντας άμεση διεθνή δράση —συμπεριλαμβανομένων εμπορικών και στρατιωτικών κυρώσεων— για να ασκηθεί πίεση στο Ισραήλ ώστε να αποδεχθεί την ύπαρξη παλαιστινιακού κράτους.
Η επιστολή απευθύνεται στον πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και στον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου Άντι Μπέρναμ και φέρει την υπογραφή 52 Γάλλων πρώην διπλωματών και 50 Βρετανών πρώην πρέσβεων, πολλοί από τους οποίους υπηρέτησαν σε ανώτατα διπλωματικά πόστα στη Μέση Ανατολή.
Μεταξύ των Βρετανών υπογραφόντων εμφανίζονται δύο πρώην απεσταλμένοι στον ΟΗΕ, ο Τζέρεμι Γκρίνστοκ και ο Έμιρ Τζόουνς Πάρι, καθώς και ο πρώην διευθυντής Μέσης Ανατολής του Foreign Office, Έντουαρντ Τσάπλιν. Από τη γαλλική πλευρά, ξεχωρίζουν ο Πατρίς Παολί, πρώην διευθυντής Μέσης Ανατολής στο υπουργείο Εξωτερικών, και ο Στανισλάς ντε Λαμπουλαγέ, πρώην γενικός πρόξενος στην Ιερουσαλήμ.
Η επιστολή απορρίπτει τη διπλωματική γλώσσα· κατηγορεί το Ισραήλ για εθνοκάθαρση και προειδοποιεί ότι «ο κόσμος πλέον δεν βλέπει το Ισραήλ ως γνήσια δημοκρατία». Οι υπογράφοντες σημειώνουν ότι, επειδή Γαλλία και Βρετανία αναγνώρισαν την Παλαιστίνη ως κράτος το 2025, φέρουν ιδιαίτερη ευθύνη να εργαστούν από κοινού για την προάσπιση ίσων δικαιωμάτων μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων.
«Οι κυβερνήσεις μας ενδιαφέρονται για την ασφάλεια του ισραηλινού λαού, όπως και αποτροπιάζονται από τα δεινά των Παλαιστινίων υπό κατοχή. Η Χαμάς διέπραξε ειδεχθή εγκλήματα στις 7 Οκτωβρίου 2023, αλλά τίποτα δεν δικαιολογεί τη συστηματική καταστροφή της Γάζας και του πληθυσμού της από το Ισραήλ. Ο ισχυρισμός του κ. Νετανιάχου ότι το Ισραήλ πρέπει να ζει με το σπαθί είναι ηθικά λανθασμένος και αντιπαραγωγικός. Θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του Ισραήλ και αποκλείει τις διαπραγματεύσεις. Ως αποτέλεσμα, ο κόσμος πλέον δεν βλέπει το Ισραήλ ως γνήσια δημοκρατία – δεν υπάρχει τίποτα δημοκρατικό στο να στερείς από άλλους τα δικαιώματα και τη γη τους.»
Στο κείμενο επισημαίνονται επίσης οι δραματικές συνθήκες στη Γάζα, όπου «2 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι είναι περιορισμένοι στο 30% της κατεστραμμένης γης τους, πεινασμένοι, χωρίς φάρμακα και στέγη». Οι συντάκτες αναφέρουν ότι πάνω από 1.200 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί μετά την υποτιθέμενη «κατάπαυση του πυρός» και πως σε Ανατολική Ιερουσαλήμ και Δυτική Όχθη οι κατεδαφίσεις σπιτιών και η βία εποίκων συνιστούν εθνοκάθαρση.
Ως απάντηση στην κρίση, οι πρώην διπλωμάτες προτείνουν επτά συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής:
- Τήρηση των αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
- Αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ και της εμπορικής συμφωνίας Ηνωμένου Βασιλείου-Ισραήλ λόγω παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- Αναστολή μεταφοράς όπλων προς και από το Ισραήλ και διακοπή κάθε διμερούς στρατιωτικής συνεργασίας.
- Απρόσκοπτη πρόσβαση ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα υπό την εποπτεία του ΟΗΕ και διεθνών ΜΚΟ, με συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης και πρόσβαση και για δημοσιογράφους, διπλωμάτες και βουλευτές.
- Απαγόρευση κάθε εμπορίου με τους οικισμούς, συμπεριλαμβανομένων αγαθών, επενδύσεων, ασφαλιστικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
- Προειδοποίηση σε πιθανούς επενδυτές για έργα όπως ο οικισμός E1 ότι τα συμφέροντά τους στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία θα θιγούν.
- Καθιέρωση ποινικού αδικήματος για Βρετανούς και Γάλλους πολίτες που αγοράζουν ακίνητα σε κατεχόμενη παλαιστινιακή γη και αφαίρεση φορολογικών προνομίων από οργανώσεις που χρηματοδοτούν οικισμούς.
Η δημοσίευση της επιστολής συνέπεσε με μια άλλη διπλωματική κίνηση: πριν από δύο ημέρες το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και άλλες εννέα χώρες καταδίκασαν τη δημοσιοποίηση διαγωνισμών κατασκευής στον οικισμό E1 από την ισραηλινή κυβέρνηση, εκτιμώντας ότι η σχεδιαζόμενη δόμηση «απομακρύνει το Ισραήλ από την ειρήνη και υπονομεύει το διεθνές του κύρος».
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Εντ Μίλιμπαντ, χαρακτήρισε τους διαγωνισμούς για 1.200 κατοικίες στη Δυτική Όχθη ως απειλή για τη βιωσιμότητα της λύσης των δύο κρατών και κάλεσε τη διπλωματική εκπρόσωπο του Ισραήλ στο Ηνωμένο Βασίλειο, Ντανιέλα Γκρούντσκι Εκστάιν, για εξηγήσεις. Απαντώντας, ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Γκιδεόν Σαάρ, δήλωσε ότι το Ισραήλ δεν θα παραμείνει παθητικό, υπογραμμίζοντας πως «ο εβραϊκός λαός έχει δικαίωμα να ζει σε ολόκληρο το Ισραήλ, όπως και οι Βρετανοί σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο».
Παράλληλα, η διπλωματία για τους όρους αποχώρησης από τη Γάζα έχει εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις υπό τον Τζάρεντ Κούσνερ, απεσταλμένο και γαμπρό του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Το Ισραήλ απέρριψε πρόσφατο ειρηνευτικό σχέδιο 15 σημείων υπό αμερικανική ηγεσία, προκαλώντας αντιδράσεις από οκτώ μουσουλμανικές χώρες, μεταξύ των οποίων και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι οποίες κατήγγειλαν ότι οι ενέργειες του Ισραήλ «υπονομεύουν ουσιαστικά τις συλλογικές προσπάθειες για μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη».
Οι υπογράφοντες δεν παραλείπουν να ασκήσουν κριτική και προς την παλαιστινιακή ηγεσία: τονίζουν την ανάγκη ηγεσίας που θα εξασφαλίσει ότι το αναγνωρισμένο παλαιστινιακό κράτος θα είναι δημοκρατικό και νομοταγές, επισημαίνοντας την ανάγκη πολιτικής, διοικητικής και οικονομικής ενοποίησης Γάζας και Δυτικής Όχθης και τη σημασία των επερχόμενων εκλογών για δημοκρατική ανανέωση.
Στο κλείσιμό τους οι πρώην διπλωμάτες εκφράζουν την ελπίδα ότι η επιστολή τους θα ωθήσει τους Μακρόν και Μπέρναμ στην επιβολή συγκεκριμένων κυρώσεων, με στόχο τη διατήρηση της προοπτικής λύσης δύο κρατών. Η ισραηλινή πρεσβεία στο Λονδίνο κλήθηκε να σχολιάσει.

