Η κατσαρόλα μπαίνει όλο και πιο σπάνια στη φωτιά: οι Έλληνες επιλέγουν όλο και περισσότερο έτοιμο φαγητό από σουπερμάρκετ και καταστήματα εστίασης, με το φαινόμενο να κερδίζει έδαφος την τελευταία δεκαετία. Το μερίδιο του έτοιμου φαγητού στις “ζεστές γωνιές” των σούπερ μάρκετ αυξήθηκε από 16% σε 29%, καταγράφοντας σταθερή ανοδική πορεία.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, κατά μέσο όρο οι Ελληνες δαπανούν για έτοιμο φαγητό την εβδομάδα 14,79 ευρώ — δηλαδή περίπου 770 ευρώ τον χρόνο — και αυτά μόνο για αγορές από σουπερμάρκετ. Από όσους δηλώνουν ότι αγοράζουν έτοιμο φαγητό, το 19% δαπανά 11–20 ευρώ εβδομαδιαίως, το 11% 6–10 ευρώ και το 7% έως 5 ευρώ. Αντίθετα, το 25% δαπανά από 21 έως και 100 ευρώ.
Παράλληλα υπάρχει σημαντικό κομμάτι καταναλωτών που δεν αγοράζει καθόλου έτοιμα γεύματα — σχεδόν τέσσερις στους δέκα (39%) — αν και το ποσοστό αυτό έχει πέσει από το 45% πριν από μία δεκαετία.
Η διείσδυση της συγκεκριμένης αγοράς στην καθημερινότητα των νοικοκυριών αυξάνεται: τα σουπερμάρκετ επενδύουν σε αντίστοιμα τμήματα και οι επιχειρήσεις διευρύνουν την προσφορά τους καθώς μεγαλώνει η ζήτηση. Η διεύρυνση της ποικιλίας, η βελτίωση της ποιότητας και η ενσωμάτωση νέων κατηγοριών προϊόντων έχουν ενισχύσει τη θέση του οργανωμένου λιανεμπορίου σε μία αγορά που διπλασίασε το μερίδιό της μέσα σε μία δεκαετία.
Η έρευνα «The State of Grocery Retail Europe 2025» της Mc Kinsey δείχνει ότι τα έτοιμα προς κατανάλωση γεύματα είναι ιδιαίτερα δημοφιλή: το 54% των καταναλωτών αγοράζει σάντουιτς, σαλάτες και σνακ τουλάχιστον μία φορά τον μήνα. Μάλιστα το 77% των αγοραστών της Gen Ζ και το 72% των Millennials αγοράζει φαγητό «εν κινήσει» τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, ενώ το 42% της Γενιάς Ζ και το 37% των millennials αγοράζει έτοιμα γεύματα τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.
Στην Ελλάδα, στοιχεία της έρευνας του ΙΕΛΚΑ δείχνουν ότι τρεις στους δέκα καταναλωτές επιλέγουν το σουπερμάρκετ για την αγορά έτοιμου φαγητού, το 28% χρησιμοποιεί delivery και internet‑eshop και το 4% αγοράζει από άλλα καταστήματα.
Ως βασικοί λόγοι αγοράς, το 41% των καταναλωτών αναφέρει την έλλειψη χρόνου για μαγείρεμα. Δύο στους δέκα (19%) θεωρούν ότι είναι ασύμφορο να μαγειρεύει κανείς μόνο για λίγα άτομα, καθιστώντας το έτοιμο φαγητό μια πρακτική λύση. Τα ευρήματα δείχνουν ότι το έτοιμο φαγητό καλύπτει κυρίως πρακτικές ανάγκες του σύγχρονου τρόπου ζωής, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και ως επιλογή ευχαρίστησης ή κοινωνικής κατανάλωσης.
Παρά την ανάπτυξη της αγοράς όμως, η στάση των καταναλωτών παραμένει ξεκάθαρη: η μεγάλη πλειονότητα — οκτώ στους δέκα — πιστεύει ότι το σπιτικό φαγητό είναι πιο νόστιμο και πιο υγιεινό. Συχνά όμως ο περιορισμένος χρόνος ωθεί πολλούς να στραφούν στα έτοιμα γεύματα ως την πιο ρεαλιστική λύση.

