Οι κυρώσεις που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ εις βάρος της προέδρου του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), της Γιαπωνέζας Τομόκο Ακάνε, άνοιξαν νέα ένταση γύρω από το δικαστήριο της Χάγης και προκάλεσαν προειδοποίηση από την ίδια ότι κινδυνεύει «η αποξήλωση του Διεθνούς Κράτους Δικαίου».
Η Τομόκο Ακάνε, σε ανάρτησή της στο X, τόνισε πως «περίμενε, σε κάποιο βαθμό, τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν εις βάρος της αυτή τη φορά, οπότε δεν εξεπλάγη», προσθέτοντας όμως ότι «το σημαντικό είναι να μη σηματοδοτήσει την αρχή της αποξήλωσης της διεθνούς έννομης τάξης».
Στο στόχαστρο των αμερικανικών μέτρων βρέθηκε επίσης ο αναπληρωτής εισαγγελέας του ΔΠΔ, ο Σενεγαλέζος Αμπντουλαγέ Σεγέ. Με βάση τις κυρώσεις, απαγορεύεται στους δικαστές να εισέρχονται στις ΗΠΑ και να πραγματοποιούν οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με την αμερικανική οικονομία.
Οι ΗΠΑ, που έχουν υπογράψει αλλά δεν έχουν επικυρώσει το Καταστατικό της Ρώμης, έχουν στο παρελθόν επιβάλει κυρώσεις σε δικαστές του ΔΠΔ, αλλά ποτέ πριν είχαν στοχοποιήσει την ίδια την πρόεδρό του, η οποία κατάγεται από σημαντική σύμμαχο χώρα των ΗΠΑ.
Αιτιολογώντας τις κινήσεις της κυβέρνησης, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υποστήριξε ότι οι κυρώσεις στοχεύουν σε πρόσωπα «που συμμετείχαν άμεσα στις προσπάθειες που κατέβαλε το ΔΠΔ να ερευνήσει, να συλλάβει, να θέσει υπό κράτηση ή να διώξει αξιωματούχους η κυβέρνηση των οποίων δεν έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ».
Η κλιμάκωση εκλαμβάνεται ευρύτερα ως αντίδραση στις έρευνες του ΔΠΔ για το Ισραήλ —σύμμαχο των ΗΠΑ— όπου το δικαστήριο εξέδωσε το 2024 ένταλμα σύλληψης κατά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου για υποθέσεις που σχετίζονται με τον πόλεμο στη Γάζα. Μετά τις ανακοινώσεις, ο Νετανιάχου συνεχάρη μέσω ανάρτησής του στο X «τον Μάρκο Ρούμπιο που ηγήθηκε των αποφασιστικών προσπαθειών της κυβέρνησης Τραμπ κατά των παράνομων καταχρήσεων του ΔΠΔ και που κατέστησε σαφές ότι οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι που ηγούνται του ΔΠΔ θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες».
Τον Ιούλιο, η Ουάσιγκτον είχε ξεκινήσει ευρεία διπλωματική εκστρατεία κατά του ΔΠΔ, κατηγορώντας το ότι «απειλεί» Αμερικανούς πολίτες και ασκώντας πιέσεις σε εταίρους της να αποχωρήσουν από το δικαστήριο. Το Ισραήλ και η Ρωσία δεν είναι μέλη του ΔΠΔ.
Η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας ήταν άμεση: από την Τετάρτη ο ΟΗΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία εξέφρασαν τη στήριξή τους στην Ακάνε. Ο ΟΗΕ σε ανάρτησή του στο X έγραψε ότι «Οι νέες απαράδεκτες κυρώσεις που επέβαλαν οι ΗΠΑ εις βάρος της προέδρου του ΔΠΔ και ενός μέλους της εισαγγελίας πρέπει να αρθούν».
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα δήλωσαν επίσης τη στήριξή τους, επισημαίνοντας πως «είναι σε θέση να ενεργεί με πλήρη ανεξαρτησία και χωρίς εξωτερικές πιέσεις».
Η Ιαπωνία, στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, καταδίκασε τις κυρώσεις ως «πολύ λυπηρές». Σε ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της τονίζεται ότι η Ιαπωνία «έχει υποστηρίξει σταθερά το ΔΠΔ στις προσπάθειές του με στόχο να δικάσει και να τιμωρήσει τα πιο σοβαρά εγκλήματα που ανησυχούν τη διεθνή κοινότητα και να κάνει σεβαστό το κράτος δικαίου».
Η αντιπαράθεση φωτίζει το διπλωματικό ρήγμα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και σε διεθνείς θεσμούς που επιχειρούν να ασκήσουν δικαιοδοσία σε περιπτώσεις όπου κράτη-σύμμαχοι των ΗΠΑ αντιτίθενται. Η Ακάνε προειδοποίησε ότι οι αποφάσεις αυτές δεν πρέπει να σηματοδοτήσουν την αρχή της αποσάθρωσης του διεθνούς νομικού πλαισίου που προσπαθεί να προστατεύσει τα πιο σοβαρά εγκλήματα.

