Εθελοντές, πυροσβέστες και κάτοικοι έμειναν ξάγρυπνοι και σε συναγερμό, μοιράζοντας τις ώρες σε μάχες κατά της φωτιάς και σε επιφυλακή για το επόμενο σήμα. Οι ώρες πάνω στα πύρινα μέτωπα της Πάρου, της Σητείας και του Πόρτο Γερμενού μετρούνταν σε δεκάδες — πολλές φορές δίχως ύπνο — καθώς κάθε αναζωπύρωση απαιτούσε άμεση αντίδραση και συντονισμό.
Πόρτο Γερμενό: «Τότε άρχισε η τραγωδία…»
Στις 31 Ιουλίου το πύρινο μέτωπο της Βοιωτίας έθεσε σε άμεσο κίνδυνο το Προσήλι και το Πόρτο Γερμενό. Οι κάτοικοι θυμούνται τις πρώτες εντολές εκκένωσης, τις προσπάθειες να απομακρυνθεί ο κόσμος από τις παραλίες και την αίσθηση ότι το κακό ήρθε ξαφνικά.
Γιάννης Γκιόκας, πρόεδρος του Εξωραϊστικόυ Συλλόγου Οικιστών Πόρτο Γερμενού, περιγράφει: «Δεν περιμέναμε βέβαια αυτό το κακό που μας συνέβη» και προσθέτει «αλλά λόγω της φωτιάς του 2099, ξέραμε ότι θα είναι δύσκολα τα πράγματα».
Στο Πόρτο Γερμενό υπάρχει μόνο ένας δρόμος διαφυγής, γεγονός που έκανε άμεσα επιτακτική την εκκένωση για να αποφευχθεί ο συνωστισμός. «Στις 17:00 το απόγευμα, δόθηκε η πρώτη εντολή εκκένωσης, και μέχρι τότε, φαινόταν ότι όλα λειτουργούσαν σωστά. Υπήρχαν μπουλντόζες οι οποίες θα άνοιγαν αντιπυρικές εάν χρειαζόταν, όπως και πυροσβέστες».
Οι δυνατοί άνεμοι — έως 10-11 μποφόρ — και η γρήγορη μεταβολή της φοράς τους δυσχέραναν τις επιχειρήσεις. Τα εναέρια μέσα έκαναν κάποιες ρίψεις, ωστόσο, όπως περιγράφει ο κ. Γκιόκας, στα κρίσιμα λεπτά τα ελικόπτερα αποχώρησαν. «Και αυτό ήταν. Μετά έφυγαν. Τότε ήταν και η στιγμή που η φωτιά είχε πλησιάσει πάρα πολύ, και άρχισαν να ανοίγουν αντιπυρικές ζώνες στα πρώτα σπίτια στο Προσήλι, τα οποία εν τέλει σώθηκαν».
Όταν η φωτιά κατέβηκε από την κορυφή προς τον οικισμό,
«Περίπου στις 23:00, είχε κατέβει από την κορυφή προς τον οικισμό του Προσηλίου. Τότε άρχισε και η τραγωδία».
Καθώς οι φλόγες προχωρούσαν, αρκετοί κάτοικοι και μέλη του συλλόγου πήραν σε ενέργεια το τοπικό πυροσβεστικό όχημα και έσπευσαν για να περιορίσουν το μέτωπο. «Πέρασε πολύ γρήγορα από παντού», λέει ο κ. Γκιόκας, περιγράφοντας την απελπισία όταν ένα ένα τα σπίτια άρχισαν να καίγονται.
«Παρακαλούσα να κατέβουν άτομα έστω με ένα αυτοκίνητο, να σώσουμε ό,τι σωζόταν, αλλά δυστυχώς δεν μας έστειλαν δυνάμεις. Τότε, κατάλαβα πως είχαν τελειώσει όλα. Βλέπαμε το ένα σπίτι, μετά το άλλο, να καίγονται. Εμείς ήμασταν 7 άτομα και σώσαμε περίπου 70 σπίτια, από την Παρασκευή μέχρι και την Κυριακή, που τότε ήρθαν δυνάμεις».
Την επόμενη μέρα, ο πόνος και η οργή για όσα χάθηκαν έγιναν πιο σαφή: «Το ερώτημα που έχει μείνει σε όλους τους κατοίκους είναι ένα γιατί. Γιατί δεν έστειλαν δυνάμεις, γιατί δεν επιχείρησαν τα εναέρια όταν ο άνεμος έπεσε, και γιατί η Πυροσβεστική έφυγε πριν από τους πολίτες». Σήμερα το Πόρτο Γερμενό μοιάζει κατεστραμμένο· τα σπίτια των παππούδων και των γιαγιάδων, «χτισμένα τουβλάκι τουβλάκι», έχουν γίνει στάχτη. «Για εμάς το Πόρτο Γερμενό ήταν ένας παράδεισος και ουσιαστικά χάσαμε τον τόπο των αναμνήσεών μας».
Πάρος: «Κάναμε τα πάντα, αλλά καταφέραμε λίγα»
Η τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου σφράγισε με καταστροφή την Πάρο. Η φωτιά που ξέσπασε το μεσημέρι της 28ης Ιουλίου έκαψε περιοχές που μέχρι τότε είχαν παραμείνει ανέγγιχτες, αφανίζοντας ενδημικά φυτά, μελίσσια και μικρά ζώα.
Η εκπαιδευτικός Σοφία Αγγελοπούλου, εθελόντρια της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης Κυκλάδων, περιγράφει την άμεση κινητοποίηση: «Το σήμα μας δόθηκε στις 13:30 το μεσημέρι της Τρίτης, από τον υπεύθυνο Πολιτικής Προστασίας του Δήμου. Κινητοποιήθηκαν δύο άτομα αρχικά, μαζί με το πυροσβεστικό όχημα που είναι χορηγία πολίτη, στη μνήμη του γιου του. Όλοι οι υπόλοιποι, ήμασταν σε επιφυλακή».
Στο πεδίο της μάχης, τα μέλη της ομάδας εργάστηκαν με βάρδιες, εναλλάσσοντας δυνάμεις καθώς υπήρχαν συνεχείς αναζωπυρώσεις. «Η φωτιά ξέσπασε την Τρίτη, και κλείσαμε περίπου 24 ώρες στο μέτωπο. Αργότερα, το απόγευμα της επόμενης μέρας πήγαν άλλα άτομα, και μετά εναλλασσόμασταν συνέχεια γιατί είχε αναζωπυρώσεις. Αποδεσμευτήκαμε από την Πυροσβεστική, το απόγευμα του Σαββάτου, όπου μέχρι και τότε, μέσα από τα καμένα δέντρα, έβγαιναν φλόγες».
Με το πυροσβεστικό όχημα, κράνη, μάσκες, αρβύλες, φτυάρια και επινώτιους στην πλάτη, η ομάδα έβαλε πλάτη στο μέτωπο της Τρυπητής στον Άγιο Ιωάννη. «Τα δύο άτομα που έφυγαν αρχικά από εμάς, κατέληξαν αργότερα στο Κέντρο Υγείας για να καθαρίσουν τα πνευμόνια τους. Το πρώτο 24ωρο, είχε πάρα πολύ καπνό. Οι δρόμοι ήταν στενοί, και υπήρχαν σπίτια σε σημεία που δεν φανταζόμουν καν ότι μπορεί να χτίσει κάποιος».
Δίπλα στους εθελοντές στάθηκαν και κάτοικοι, ακόμη και νέα παιδιά, που ανέλαβαν οργανωμένο ρόλο σε επιχειρήσεις περιμετρικού σβησίματος και προστασίας κατοικιών. Η κα Αγγελοπούλου αποτυπώνει τον συναισθηματικό φόρο: «Και όταν επιστρέφω, η πρώτη μου σκέψη εξαρτάται από το αποτέλεσμα της ημέρας. Για παράδειγμα, σε αυτή τη φωτιά σκέφτηκα πως, ναι, δεν χάθηκαν σπίτια, ανθρώπινες ζωές, αλλά το κομμάτι της φύσης που καταστράφηκε, με πονάει. Αυτή η μαυρίλα… είναι μαυρίλα που έμεινε και στην ψυχή μας. Πολλές φορές νιώθουμε ότι αν και κάναμε τα πάντα, καταφέραμε λίγα. Έτσι νιώθω και τώρα. Χάθηκε ένα μεγάλο μέρος της αυθεντικής Πάρου, και μακάρι να μπορούσαμε να σβήσουμε την φωτιά στα πρώτα 20 μέτρα».
Σητεία: «Λόγω των ανέμων δεν μπορούσες να σταθείς όρθιος»
Την επόμενη μέρα, στις 29 Ιουλίου, ξέσπασε άλλο ένα μέτωπο στην Κρήτη, στη Σητεία. Το απόγευμα δόθηκε σήμα στους Εθελοντές Διασώστες Έκτακτων Αναγκών Κρήτης με επικεφαλής τον Γιάννη Δασκαλάκη να συνδράμουν στην περιοχή Αγία Τριάδα και Αθερινόλακκος.
Η πρώτη ομάδα των πέντε εκπαιδευμένων εθελοντών πήγε άμεσα στο σημείο. Όπως σημειώνει ο κ. Δασκαλάκης, η αποστολή τους δεν περιορίζεται μόνο στην κατάσβεση: «Μόλις δούμε ότι υπάρχει ένα συμβάν, αυτομάτως όλη η ομάδα είναι σε επιφυλακή. Έχουμε δύο ομάδες και δύο ομαδάρχες. Ο ρόλος μας, δεν είναι μόνο να μπούμε στην πρώτη γραμμή, αλλά και η διοικητική μέριμνα, η καθοδήγηση των οχημάτων που δεν γνωρίζουν την περιοχή, και η δημιουργία ενός σταθμού πρώτων βοηθειών».
Οι εθελοντές προσέφεραν επίσης λήψη τροφής, νερού και διοχέτευση ιατρικής βοήθειας, «Πάμε και εμείς, όπου χρειάζεται. Πρόκειται για δική μας πρωτοβουλία», λέει ο επικεφαλής τους.
Περίπου στις δύο το πρωί, κλήθηκαν να εντοπίσουν και να απεγκλωβίσουν έναν τραυματισμένο πυροσβέστη σε δύσβατη περιοχή. «Τον εντοπίσαμε, τον απομακρύναμε και τον μεταφέραμε στο ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ που ήταν στα 2 χλμ από το σημείο», αναφέρει ο κ. Δασκαλάκης.
Η μεγαλύτερη δυσχέρεια ήταν οι ισχυρές ριπές ανέμου: «Χωρίς υπερβολή, μέτρησα ριπή πάνω από 130 χλμ. Πρόκειται για καύτρες, στάχτη, χώματα και πέτρες που έπεφταν πάνω μας. Ούτε όρθιος μπορούσες να σταθείς».
Παρά τον φόβο και την αδρεναλίνη, η ομάδα επέμενε στη μεθοδικότητα: «Πρέπει να σκέφτεσαι τι θες να κάνεις και μετά να προχωράς, γιατί τα λάθη, πολλές φορές πληρώνονται και με την ίδια μας την ζωή. Εμείς δεν πάμε στην πρώτη γραμμή για να το παίξουμε ήρωες. Η φωτιά δεν αστειεύεται, πρέπει να προβλέπουμε κάθε επόμενο κίνδυνο. Το να μην έχουμε κανένα συναίσθημα όταν επιχειρούμε, είναι η άμυνά μας».
Η ομάδα επέστρεψε στο κλιμάκιο το επόμενο πρωί χωρίς να έχουν κοιμηθεί: «Δεν κοιμηθήκαμε καθόλου», και παρέμεινε σε περιπολίες για αναζωπυρώσεις μέχρι τη λήξη του συναγερμού.
Σε κάθε μέτωπο, οι αφηγήσεις των ανθρώπων που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή δείχνουν κάτι κοινό: κουρασμένα σώματα, στιγματισμένες εικόνες και η αίσθηση ότι παρά τις ηρωικές προσπάθειες η φύση και οι κοινότητες πλήρωσαν βαρύ τίμημα. Οι κάτοικοι ζητούν απαντήσεις για τις καθυστερήσεις και τη διαχείριση των μέσων, ενώ οι εθελοντές επαναλαμβάνουν ότι κάθε δευτερόλεπτο μετράει και ότι το έργο της προστασίας συνεχίζεται.

