Η εμπορική επιτυχία της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν στην Ελλάδα, που σημείωσε το μεγαλύτερο άνοιγμα ταινίας στη χώρα τα τελευταία 15 χρόνια, ξαναάνοιξε μια παλιά συζήτηση: πώς προβάλλονται η ομηρική παράδοση, η αρχαία ελληνική ιστορία και, γενικότερα, ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Το απόγευμα της Δευτέρας 27/7 ο Πρωθυπουργός συνεχάρη τον Κρίστοφερ Νόλαν κατά τη διάρκεια βιντεοκλήσης, αλλά οι αντιπαραθέσεις για το περιεχόμενο και την ιστορική πιστότητα των ταινιών είναι βαθύτερες και παλαιότερες.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια. Καθώς ανά διαστήματα προβάλλονται μεγάλες παραγωγές με αρχαιοελληνικά μοτίβα, όπως τα «300» ή η «Τροία», η κοινή γνώμη και επίσημοι φορείς επανέρχονται με ενστάσεις. Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όταν πληθύνθηκαν μαζικά οι λεγόμενες «ταινίες χλαμύδας», το ελληνικό κράτος επέλεξε να αναλάβει ενεργότερο ρόλο: διαβήματα στην UNESCO, συστάσεις, ακόμα και τον διορισμό ειδικών συμβούλων σε εταιρείες παραγωγής του Χόλιγουντ για ταινίες με θέματα της ελληνικής ιστορίας, με στόχο την προστασία της «ιστορικής αλήθειας» και του «ελληνικούν κύρους».
Τηλεγράφημα των Φίλων Θεάτρου-Μουσικής και Φιλόμουσων Βορείου Ελλάδος προς τον υπουργό Προεδρίας Κυβερνήσεως, με το οποίο διαμαρτύρονται για την παραποίηση του ομηρικού έπους από την ταινία «Τρωικός πόλεμος», Φεβρουάριος 1956
Η κινηματογραφική παραγωγή «Τρωϊκός Πόλεμος» (Helen of Troy), συμπαραγωγή της Warner Bros και των ιταλικών στούντιο Cinecitta, προκάλεσε το 1956 σφοδρές αντιδράσεις στην Ελλάδα. Η μουσική του Μαξ Στάινερ και οι ερμηνείες των Ροσάνα Ποντεστά, Στάνλεϊ Μπέικερ, σερ Σέντρικ Χάρντγουικ, Ζακ Σερνά — καθώς και η πρώτη εμφάνιση της νεαρής Μπριζίτ Μπαρντό σε διεθνή παραγωγή — δεν απέτρεψαν την οργή αρχαιολόγων, πολιτικών, εμπορικών συλλόγων και μερίδας του κοινού, που μίλησαν ακόμη και για «κακοποίηση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού».
Στην επιστολή διαμαρτυρίας προς την UNESCO, που διασώζεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, διαβάζουμε χαρακτηριστικά:
«[…] διά της υπό της ταινίας “THE HELEN OF TROY” γινομένης διαστροφής του πνεύματος της Ιλιάδος του Ομήρου επιφερόμενη ηθική ζημία εις τους νέους και τους ατελώς μορφωμένους θεατάς […]
Να επισύρη επί του θέματος τούτου την προσοχή της γενικής γραμματείας της Ουνέσκο και να ζητήση όπως αυτή λάβη τα ενδεικνυόμενα μέτρα, ίνα αποφεύγηται η σύνθεσις ταινιών ιστορικών και πολιτιστικών μετά διαστροφών των γεγονότων ή του πνεύματος των δημιουργημάτων της παγκοσμίου λογοτεχνίας».
Ο υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως Γεώργιος Ράλλης υιοθέτησε την πρόταση του ακαδημαϊκού Σπυρίδωνα Μαρινάτου για διαμαρτυρία της Ελλάδας στην UNESCO, ενώ ζητήθηκε και η διερεύνηση για το ποιοι είχαν χορηγήσει άδεια προβολής της ταινίας στον ελληνικό κρατικό μηχανισμό.
Εγγραφο του υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως προς την Ελληνική Εθνική Επιτροπή για την UNESCO, σχετικά με τη διαμαρτυρία της Επιτροπής στον διεθνή οργανισμό για την κακοποίηση της ελληνικής Ιστορίας από την ταινία «Τρωικός πόλεμος», Φεβρουάριος 1956
Η κρατική αντίδραση εκείνης της περιόδου περιλάμβανε τόσο επίσημες επιστολές όσο και τη λειτουργία μίας «ειδικής» επιτροπής ελέγχου κινηματογραφικών ταινιών, που εξετάζε σενάρια πριν δοθεί άδεια προβολής και γνωμοδοτούσε για τις εισαγόμενες ταινίες. Ο ιστορικός και αρχειονόμος στην Κεντρική Υπηρεσία Γενικών Αρχείων του Κράτους, κ. Γιάννης Γκλαβίνας, σε σχετική δημοσίευση με τίτλο «Δεν υπήρχε κάποια υπηρεσία του αρμοδίου υπουργείου να διέκρινε τας ασχημίας;» έχει αναλύσει το ανεπίσημο δίκτυο λογοκρισίας και τις παρεμβάσεις προληπτικής λογοκρισίας την περίοδο 1945-1973 (FILMICON: Journal of Greek Film Studies, τχ. 8, 9.23, σ. 45-62).
Ο ίδιος ο κ. Γκλαβίνας περιγράφει το πνεύμα της εποχής: «Οι ταινίες που πραγματεύονταν θέματα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας θεωρούνταν από τη Γενική Διεύθυνση Τύπου, εξαιρετικό μέσο προβολής της χώρας, αλλά απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή για να μη διαφθαρεί – κατά τη Γενική Διεύθυνση – ο εθνικός πνευματικός μας θησαυρός.»
Για να θωρακιστεί αυτή η «προστασία», συχνά καλείτο η Διεύθυνση Γραμμάτων, Θεάτρου και Κινηματογράφου του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων να γνωμοδοτήσει. Παράλληλα, αναφέρονται έγγραφα που πιστοποιούν πως επιτεύχθηκε ο διορισμός συμβούλου στις κινηματογραφικές εταιρείες του Χόλιγουντ, όταν αυτές επρόκειτο να γυρίσουν ταινίες με ελληνικά ιστορικά θέματα. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε σχετικό έγγραφο:
«[…] Επιτυχών τελικώς προ ετών τον διορισμόν του εν Λος Αντζελες διαμένοντος εγκριτίου Ελληνος κ. Ν. Καμπάνη, ως Συμβούλου παρά ταις Κινηματογραφικαίς Εταιρίαις του Χόλλυγουντ διά τας ταινίας τας απτόμενας Ιστορικών Ελληνικών θεμάτων με σκοπόν ακριβώς να αποσοβηθή η παραγωγή ταινιών ως “Ο Μέγας Αλέξανδρος”, “Ο Ηρακλής και αι αμαζόνες”, “Οδύσσεια” κ.λπ.».
Η προληπτική λογοκρισία δεν απέφυγε να ασκήσει πίεση και σε εγχώριες παραγωγές. Το 1961 η «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη πέρασε από αυστηρό φίλτρο πριν πάρει άδεια για τα γυρίσματα. Ο διευθυντής Γραμμάτων, Θεάτρου και Κινηματογράφου επέκρινε το σενάριο ως «ανενδοίαστη επέμβαση» στο έργο του Ευριπίδη και πρότεινε να ζητηθεί η γνώμη της Ακαδημίας και των Πανεπιστημίων — μια διαδικασία που, σύμφωνα με τα έγγραφα, δεν κατέληξε σε σαφή καταγραφή απαντήσεων. Όπως υπενθύμισε ο κ. Γκλαβίνας: «Από πλευράς Γενικής Διεύθυνσης Τύπου δεν εκφράστηκε κάποια αντίρρηση για τη χορήγηση άδειας. Ωστόσο, ο διευθυντής Γραμμάτων, Θεάτρου και Κινηματογράφου του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που κλήθηκε να γνωμοδοτήσει, ζήτησε από την επιτροπή να μην εγκρίνει το σενάριο του Κακογιάννη, ως ανενδοίαστη επέμβαση στο έργο του Ευριπίδη, εντελώς απαράδεκτη για έργο κλασικού συγγραφέα, ενώ πρότεινε να ζητηθεί η γνώμη της Ακαδημίας και των Πανεπιστημίων – κάτι που έγινε, χωρίς να έχει εντοπιστεί η απάντησή τους. Η ταινία πήρε άδεια προβολής, αλλά για τον ίδιο λόγο συνάντησε εμπόδια στη συμμετοχή της στο Φεστιβάλ των Καννών».
Η ιστορία αυτή δείχνει πως πίσω από το γκλάμουρ των διεθνών παραγωγών υπήρξαν δεκαετίες προβληματισμών, παρεμβάσεων και θεσμικών πρωτοβουλιών για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σήμερα η συζήτηση γύρω από την «Οδύσσεια» του Νόλαν επαναφέρει παλαιά ερωτήματα: πού σταματά η καλλιτεχνική ελευθερία και πού αρχίζει η ευθύνη απέναντι στην ιστορική και πολιτιστική αλήθεια;

