Στο Εφετείο Αθηνών οδηγήθηκε γύρω στις 10 το πρωί η 46χρονη που φέρεται να εμπλέκεται στον εμπρησμό του υποκαταστήματος της τράπεζας Marfin στις 5 Μαΐου 2010.
Η γυναίκα είχε φτάσει στην Ελλάδα το βράδυ της Πέμπτης από τη Βρετανία και διανυκτέρευσε στα κρατητήρια της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, μετά τη μεταγωγή της συνοδεία αξιωματικών του «ελληνικού FBI». Σήμερα, στην παρουσία της ενώπιον της Εισαγγελίας, αναμένεται να εκκινήσει η διαδικασία εκτέλεσης του διεθνούς εντάλματος σύλληψης που εκκρεμεί εις βάρος της και στη συνέχεια θα παραπεμφθεί στην ανακρίτρια για να απολογηθεί.
Η σύλληψη είχε πραγματοποιηθεί στο αεροδρόμιο του Gatwick τα ξημερώματα της Δευτέρας 13 Ιουλίου, λίγο πριν επιβιβαστεί σε πτήση για Αθήνα. Είχε προηγηθεί η ενεργοποίηση της ερυθράς αγγελίας της Ιντερπόλ από τις ελληνικές Αρχές και άμεσα ξεκίνησε η διαδικασία έκδοσής της στην Ελλάδα.
Όταν ενημερώθηκε ότι το όνομά της συμπεριλαμβάνεται στη δικογραφία, επικοινώνησε με αξιωματικούς της Διεύθυνσης Ανθρωποκτονιών, δήλωσε αθώα και εξέφρασε την επιθυμία να δώσει εξηγήσεις ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Τα νέα στοιχεία που οδήγησαν στην ταυτοποίησή της προέκυψαν, σύμφωνα με την Αστυνομία, από σύγχρονη ψηφιακή ανάλυση και αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης στα εγκληματολογικά εργαστήρια. Οι αστυνομικοί αναφέρουν ότι από το υλικό προέκυψαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά για τους υπόπτους — σωματότυπος, ρουχισμός και αξεσουάρ — και ότι η 46χρονη αναγνωρίστηκε από το ύψος, τα μαλλιά, τα αυτιά, τα ρούχα, τα παπούτσια και το σακίδιο που φορούσε.
Στο οπτικό υλικό της ημέρας του εμπρησμού εμφανίζεται με καλυμμένα χαρακτηριστικά, να στέκεται δίπλα στον άνδρα που, σύμφωνα με τις Αρχές, έσπασε την τζαμαρία και πέταξε εύφλεκτο υλικό στο εσωτερικό. Φέρεται να είχε υποστηρικτικό ρόλο δίπλα στη βιτρίνα, κατά τη ρίψη των μολότοφ.
Η 46χρονη κατοικούσε τα τελευταία έξι χρόνια στο Μπράιτον, όπου δημιούργησε οικογένεια και έχει δύο παιδιά.
Το περιστατικό στη Marfin, που συνέβη κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στο κέντρο της Αθήνας, οδήγησε στο θάνατο τριών ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και μιας εγκύου. Κουκουλοφόροι, σύμφωνα με την αστυνομία, εισέβαλαν οργανωμένα στο υποκατάστημα, έσπασαν το τζάμι και πέταξαν μολότοφ, εγκλωβίζοντας τους εργαζομένους που ζητούσαν βοήθεια.
Κατά την αστυνομική εκδοχή, η επίθεση είχε σχεδιασμένη κατανομή ρόλων: συγκεκριμένα άτομα ανέλαβαν τη ρίψη των μολότοφ και άλλα την υποστήριξη της επιχείρησης. Δύο 42χρονοι θεωρούνται βασικοί κατηγορούμενοι — ο ένας φέρεται να είχε τον συντονισμό της ομάδας και να έδωσε τις οδηγίες, ενώ στον δεύτερο αποδίδεται εκτελεστικός ρόλος, καθώς φέρεται να έσπασε την πρόσοψη της τράπεζας για να ριφθούν οι μολότοφ στο εσωτερικό.
Αυτόπτες μάρτυρες περιγράφουν τον άνδρα που έσπασε τη βιτρίνα να φορά μαύρη μπλούζα και μπεζ καπέλο. Οι Αρχές εκτιμούν ότι πρόκειται για τον 42χρονο με το προσωνύμιο «ψηλός». Οι δύο 42χρονοι κρατούνται στις φυλακές Μαλανδρίνου και Ναυπλίου.

