Από την 1η Οκτωβρίου 2026 μπαίνει σε εφαρμογή η υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, καθώς το μέτρο επεκτείνεται και σε επιχειρήσεις με ετήσιο τζίρο έως 1 εκατ. ευρώ. Η ΑΑΔΕ θα παρακολουθεί ηλεκτρονικά κάθε παραστατικό από τη στιγμή της έκδοσής του, σηματοδοτώντας την πλήρη μετάβαση των συναλλαγών στη ψηφιακή εποχή.
Οι επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο νέο πλαίσιο θα εκδίδουν αποκλειστικά ηλεκτρονικά τα τιμολόγια τους είτε μέσω πιστοποιημένου Παρόχου Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης είτε χρησιμοποιώντας τις δωρεάν εφαρμογές timologio και myDATAapp της ΑΑΔΕ. Κάθε παραστατικό διαβιβάζεται αυτόματα στην πλατφόρμα myDATA και λαμβάνει τον Μοναδικό Αριθμό Καταχώρησης (ΜΑΡΚ), χωρίς να απαιτείται επιπλέον ενέργεια από την επιχείρηση.
Το μέτρο καλύπτει όλες τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα και τις πωλήσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες εκτός Ε.Ε. Για τις συναλλαγές με επιχειρήσεις κρατών-μελών της Ε.Ε. η χρήση ηλεκτρονικού τιμολογίου παραμένει προς το παρόν προαιρετική. Εφόσον ο αλλοδαπός πελάτης δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να παραλάβει ηλεκτρονικό τιμολόγιο, προβλέπεται η διαβίβαση του παραστατικού με εναλλακτικό τρόπο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διαδικασίες.
Προβλέπεται μεταβατική περίοδος έως το τέλος Δεκεμβρίου 2026, προκειμένου οι επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις νέες υποχρεώσεις. Πριν από την υποχρεωτική έναρξη, όμως, οι επιχειρήσεις πρέπει να επιλέξουν το κανάλι διαβίβασης και να το δηλώσουν στην ΑΑΔΕ: είτε έναν πιστοποιημένο Πάροχο (Υπηρεσιών Παρόχου για την Ηλεκτρονική Έκδοση Στοιχείων), είτε την εφαρμογή «timologio» — η επιλογή της οποίας καλύπτει και την επιλογή myDATAapp της ΑΑΔΕ.
Η διαδικασία ορίζεται σε τρία βασικά βήματα: επιλογή σύγχρονου προγράμματος τιμολόγησης (ERP) και πιστοποιημένου παρόχου ή χρήση των δωρεάν εφαρμογών της ΑΑΔΕ, δήλωση του καναλιού διαβίβασης και στη συνέχεια η έκδοση και αυτόματη διαβίβαση των ψηφιακών παραστατικών στην πλατφόρμα myDATA για τη λήψη του ΜΑΡΚ.
Για να διευκολυνθεί η μετάβαση, έχουν προβλεφθεί φορολογικά κίνητρα: η δαπάνη για την αρχική προμήθεια τεχνικού εξοπλισμού και λογισμικού για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης «αποσβέννυται πλήρως, προσαυξημένη κατά ποσοστό 100%». Επίσης, η δαπάνη για την παραγωγή, τη διαβίβαση και την ηλεκτρονική αρχειοθέτηση ηλεκτρονικών τιμολογίων για τους πρώτους 12 μήνες έκδοσης αναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα και προσαυξάνεται κατά 100% το έτος πραγματοποίησής της.
Τα παραπάνω κίνητρα παρέχονται υπό την προϋπόθεση ότι η δήλωση για τη χρήση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης υποβληθεί το αργότερο 2 μήνες πριν από την έναρξη ισχύος (έως 3 Αυγούστου 2026) και ότι η έναρξη χρήσης πραγματοποιηθεί εντός του ίδιου διαστήματος.
Η μη συμμόρφωση επισύρει σημαντικά πρόστιμα. Η μη έκδοση ηλεκτρονικού τιμολογίου αντιμετωπίζεται ως μη έκδοση τιμολογίου και τα πρόστιμα μπορούν να φτάσουν έως και 2.500 ευρώ ανά παράβαση ή έλεγχο, ανάλογα με το λογιστικό σύστημα και το είδος της συναλλαγής. Συγκεκριμένα: στις συναλλαγές με ΦΠΑ επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, με ελάχιστο αθροιστικό πρόστιμο ανά φορολογικό έλεγχο 250 ευρώ για απλογραφικά βιβλία και 500 ευρώ για διπλογραφικά. Σε συναλλαγές χωρίς ΦΠΑ, το πρόστιμο είναι 500 ευρώ ανά έλεγχο για απλογραφικά και 1.000 ευρώ για διπλογραφικά. Η παράλειψη ή η ανακριβής υποβολή στοιχείων επιφέρει αυτοτελές πρόστιμο 2.500 ευρώ.
Επιχειρήσεις και λογιστές καλούνται να προετοιμαστούν άμεσα, αξιοποιώντας τη μεταβατική περίοδο και τα κίνητρα, ώστε να αποφύγουν κυρώσεις και να διασφαλίσουν τη συνέχεια των συναλλαγών τους στη νέα ψηφιακή εποχή.

