Αύξηση στις βραχυχρόνιες μισθώσεις

Share

Η αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων διατήρησε και το 2025 την ανοδική πορεία της, με τους ξένους επισκέπτες να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το αποτύπωμα της ζήτησης και με έντονη συγκέντρωση της δραστηριότητας στους θερινούς μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σχεδόν το 85% των ημερών μίσθωσης προέρχεται από αλλοδαπούς επισκέπτες και σχεδόν επτά στις δέκα διανυκτερεύσεις πραγματοποιούνται μεταξύ Ιουνίου και Οκτωβρίου.

Οι δηλώσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης αυξήθηκαν κατά 7,1% και έφτασαν τις 2,49 εκατομμύρια, ενώ οι ημέρες μίσθωσης εκτοξεύθηκαν κατά 4,7% στα 8,65 εκατομμύρια. Ο Αύγουστος ξεχωρίζει, συγκεντρώνοντας το 18,8% της ετήσιας δραστηριότητας, στοιχείο που επιβεβαιώνει την καθολική εμβέλεια της καλοκαιρινής περιόδου για τον κλάδο.

Το γεωγραφικό αποτύπωμα δείχνει έντονη κεντροποίηση: η Αττική συγκεντρώνει το 34,7% των ημερών μίσθωσης, η Κεντρική Μακεδονία το 14,9% και η Κρήτη το 11,3%. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση καταγράφηκε στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ενδεικτικό ότι το μοντέλο εξαπλώνεται πέρα από τους παραδοσιακούς τουριστικούς προορισμούς.

Σε παράλληλο μέτωπο, η πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) επισημαίνει ότι το ελληνικό χρέος φαίνεται να έχει αντέξει σε στρες τεστ και οι προοπτικές περαιτέρω μείωσης παραμένουν, ακόμη και υπό συνθήκες διεθνούς αβεβαιότητας. Η ανάλυση, με τίτλο Euro Area Stability Watch, εξετάζονται οι μακροοικονομικοί και χρηματοπιστωτικοί κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η Ευρωζώνη, καθώς και οι επιπτώσεις τους στις δημοσιονομικές ισορροπίες των κρατών-μελών και στις αγορές ομολόγων.

Το ESM στηρίζει την αξιολόγηση του σε δυσμενές σενάριο που περιλαμβάνει ενδεχόμενη κλιμάκωση εντάσεων στη Μέση Ανατολή, αύξηση των τιμών ενέργειας και σημαντική πτώση των τιμών αμερικανικών μετοχών και ομολόγων. Στο σενάριο αυτό, ο συνδυασμός των σοκ θα οδηγούσε την ευρωζώνη σε ύφεση, με μείωση του ΑΕΠ κατά 0,4% το 2027 και πληθωρισμό κοντά στο 5% (3,4% κατά μέσο όρο το 2027).

Με βάση το δυσμενές σενάριο και χωρίς αλλαγή πολιτικών, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης έως το 2035, με εξαίρεση την Ελλάδα και την Κύπρο, όπου αναμένεται μείωση. Η συνολική αύξηση του χρέους της ευρωζώνης εκτιμάται περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη σε σχέση με το βασικό σενάριο του ESM.

Στο μέτωπο των νοικοκυριών, τα εισοδήματα αυξάνονται, αλλά όχι αρκετά για να καλύψουν την ταχύτερη άνοδο της καταναλωτικής δαπάνης, κυρίως λόγω του υψηλού πληθωρισμού. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το διαθέσιμο εισόδημα του τομέα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά αυξήθηκε το α’ τρίμηνο του 2026 κατά 3,2% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, από 37,92 δισ. ευρώ σε 39,13 δισ. ευρώ.

Παρά την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 4,7% στο ίδιο διάστημα, φτάνοντας από 38,6 δισ. ευρώ σε 40,4 δισ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό αποταμίευσης διαμορφώθηκε αρνητικά στο -3,3% το α’ τρίμηνο του 2026, από -1,8% ένα χρόνο νωρίτερα — ένδειξη ότι τα νοικοκυριά «τρώνε» αποταμιεύσεις για να στηρίξουν την κατανάλωση.

Στον τραπεζικό τομέα, η διαδικασία για το μεγάλο ντιλ προχωρά και, όπως δήλωσε ο επικεφαλής της UniCredit, Αντρέα Ορσέλ, «Πολλοί θα εκπλαγούν από το πόσο ευρύ είναι το πεδίο σύγκλισης», αναφερόμενος στη διαδικασία απορρόφησης της Commerzbank και στις διαπραγματεύσεις με τη γερμανική κυβέρνηση και τη διοίκηση της τράπεζας. Ο Ορσέλ υπογράμμισε ότι η UniCredit δεν προτίθεται να δαπανήσει 22 δισ. ευρώ για να καταστρέψει το ισχυρό brand της Commerzbank, αλλά στοχεύει σε συγχώνευση της Commerzbank με την HypoVereinsbank, ως συμπληρωματικές τράπεζες.

Ο Ιταλός τραπεζίτης αναμένεται να έχει τηλεδιάσκεψη με τη διευθύνουσα σύμβουλο της Commerzbank, Μπετίνα Ορλοπ, στις αρχές Αυγούστου, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της γερμανικής τράπεζας για το β’ τρίμηνο του έτους.

Τέλος, στις τιμές καταναλωτή, οι αυξήσεις στα καύσιμα στην αντλία κινούνται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο: ο ετήσιος ρυθμός αύξησης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Ιούνιο στο 12,4%, έναντι 13,7% στην ΕΕ, ενώ τον Μάιο η αύξηση στην Ελλάδα ήταν υψηλότερη (21,5% έναντι 20,7% στην ΕΕ). Αντίθετα, στις αερομεταφορές οι ελληνικές τιμές καταγράφουν πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις σε ετήσια βάση — 15,1% τον Ιούνιο στην Ελλάδα έναντι μόλις 3,1% στην ΕΕ — με σημαντικά υψηλότερα ποσοστά και τους προηγούμενους μήνες.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ