Εγκληματική οργάνωση που έκανε συστηματικές κλοπές και διαρρήξεις σε οικίες σε διάφορες περιοχές της Αττικής εξαρθρώθηκε από το Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Νέας Ιωνίας, με τη συνδρομή αστυνομικών της Άμεσης Δράσης.
Συνελήφθησαν, κατόπιν έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης, τρία μέλη της οργάνωσης — ηλικίας 25, 26 και 30 ετών — σε Άγιο Δημήτριο και στην Αθήνα, μεταξύ των οποίων και ο 30χρονος αρχηγός. Στην κατοχή τους βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 1.500 ευρώ.
Σε βάρος των τριών σχηματίστηκε δικογραφία για σύσταση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένες κλοπές και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη τρία μέλη, τα οποία έχουν ταυτοποιηθεί και αναζητούνται.
Η προανακριτική έρευνα έδειξε ότι η οργάνωση είχε δομημένη και διαρκή δράση, τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2025, με στόχο τη διάπραξη διαρρήξεων και την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ. Από τις έως τώρα έρευνες έχουν εξιχνιαστεί 21 περιπτώσεις κλοπών και διαρρήξεων σε Γλυφάδα, Άλιμο, Άγιο Δημήτριο, Ζωγράφου, Νέα Σμύρνη, Μοσχάτο, Νέο Κόσμο, Παγκράτι, Κερατσίνι, Δάφνη, Δραπετσώνα και Παλαιό Φάληρο.
Η οργάνωση ήταν ιεραρχικά δομημένη, με επικεφαλής τον 30χρονο, ο οποίος είχε τον πλήρη έλεγχο των δραστηριοτήτων και διαχειριζόταν τη λεία. Ο αρχηγός υποβοηθούνταν από τρία μέλη που αναλάμβαναν την εκτέλεση εντολών και την «εκπαίδευση» των νεοενταχθέντων. Τηρώντας μεθοδικότητα, ο αρχηγός εντόπιζε στόχους μέσω της εφαρμογής χαρτογράφησης Google Maps και αναλύοντας τις λεπτομέρειες του σχεδίου δράσης στα υπόλοιπα μέλη.
Για την προσέγγιση και διαφυγή χρησιμοποιούσαν «επιχειρησιακές» μοτοσυκλέτες μικρού κυβισμού, τις οποίες σταθμεύανε σε μεγάλη απόσταση από τους στόχους, προκειμένου να δυσχεραίνεται η σύνδεσή τους με την οργάνωση σε περίπτωση ελέγχου. Μετά την παραβίαση μπαλκονόπορτας ή κεντρικής εισόδου εισέρχονταν στα διαμερίσματα και αφαιρούσαν χρήματα, κοσμήματα και αντικείμενα αξίας.
Κατά τη διάπραξη των διαρρήξεων λάμβαναν μέτρα για την αποφυγή ταυτοποίησης: φορούσαν γάντια και αφαιρούσαν ή κατέστρεφαν συστήματα βιντεοεπιτήρησης όπου υπήρχαν. Τα παράνομα έσοδα διοχετεύονταν σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μέσω διαδοχικών καταθέσεων μικρών ποσών, τεχνική γνωστή ως «smurfing», με σκοπό την απόκρυψη της προέλευσης και τη νομιμοφανή ενσωμάτωσή τους στο τραπεζικό σύστημα.
Σημειώνεται ότι τα μέλη της οργάνωσης συνδέονταν με δεσμούς κοινής εθνικής καταγωγής, γεγονός που ενίσχυε την εμπιστοσύνη και τη συνοχή στην ομάδα. Όλοι οι κατηγορούμενοι έχουν απασχολήσει στο παρελθόν τις Αρχές για ομοειδή αδικήματα.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των υπόλοιπων ταυτοποιημένων μελών.

