Μία φωνή από τα ορεινά της Κρήτης έφερε τον Ομηρο στα σπίτια της νεοελληνικής γλώσσας με τρόπο που ξαφνιάζει ακόμη: δεν ήταν πανεπιστημιακός, αλλά ένας βοσκός, μαχητής της Αντίστασης, που ήξερε λίγα γράμματα και έγραψε τον Οδυσσέα σαν να τραγουδάει μαντινάδα.
«Αρχισε, Μούσα να μιλείς, να βγάνεις μελωδία
Ψάλε τον άντρα που ‘ριξε την ιερή την Τροία.
Ψάλε τον πολυμήχανο, που κι ύστερα πλανήθη
σε θάλασσες και σε στεριές, πολλά ταλαιπωρήθη
κι ανθρώπων έμαθε πολλών τις χώρες και τη γνώμη.
Αρχισε, Μούσα, να μιλείς, να μου τα λες ακόμη,
που βάσανά ‘παθε πολλά στα πέλαγα ζητώντας,
άβλαφτος στην πατρίδα του να φτάσει προσπαθώντας
με τους συντρόφους του μαζί. Μα δεν το κατορθώνει
να σώσει τους συντρόφους του, κι ετούτο τον πληγώνει».
Η μετάφραση αυτή των πρώτων στίχων του «α» της Οδύσσειας ανήκει στον Γιώργη Ψυχουντάκη (1920-2006). Ο Ψυχουντάκης, ένας άνθρωπος που είχε βγάλει μόλις το Δημοτικό, δοκίμασε το επικό υλικό με δεκαπεντασύλλαβο στίχο, ρυθμό σαν τραγούδι και γλωσσικό ιδίωμα κρητικό — αποτέλεσμα που μοιάζει περισσότερο με μαντινάδα παρά με σχολαστική νεοελληνική απόδοση.
Η επιλογή του μέτρου και της διαλέκτου δεν είναι τυχαία: η μετάφραση υπηρετεί την προφορικότητα, την ποιητική παράδοση του ριζίτικου τραγουδιού και του Ερωτόκριτου και αναδύει μια οικειότητα που λίγες φορές βρίσκει κανείς σε σύγχρονες αποδόσεις των επών.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για μοναδική οδός ανάγνωσης του Ομήρου. Όπως υπενθύμιζε ήδη από το 1932 ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, σε ένα περίφημο δοκίμιό του για τα ομηρικά έπη και τις μεταφράσεις τους: «Η “Οδύσσεια”, χάρη στην ευτυχώς έγκαιρη άγνοιά μου της ελληνικής γλώσσας, είναι για μένα ένα διεθνές βιβλιοπωλείο έργων σε πεζό και ποιητικό λόγο: από τα δίστιχα του Chapman έως την “Εξουσιοδοτημένη Μετάφραση” του Andrew Lang, ή το κλασικό γαλλικό δράμα του Bérard, ή το σφριγηλό έπος του Morris, ή το ειρωνικό αστικό μυθιστόρημα του Butler».
Ο Μπόρχες πήγαινε παραπέρα: για τον αναγνώστη που δεν έχει άμεση πρόσβαση στο αρχαίο κείμενο «έχει μπροστά του μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από Οδύσσειες», όλες αυθεντικές ως αναγνωστικές εμπειρίες. Η μετάφραση του Ψυχουντάκη εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν την πολλαπλότητα — μια τοπική, ζωσά απόδοση που ανοίγει διαφορετικές πόρτες στο επικό αφήγημα.
Στους στίχους της μετάφρασης εμφανίζεται συχνά η αμεσότητα της λαϊκής αφήγησης. Σε άλλο σημείο, όταν ο Ομηρος περιγράφει τον Κύκλωπα Πολύφημο, ο Ψυχουντάκης γράφει:
«Κι ένας αντρούκακλας εκειά θεόρατος πλαγιάζει,
βόσκει κοπάδια μοναχός, ποτέ δε συντροφιάζει
με άλλους, μα παράμερα στη μοναξιάν απ’ έχει
πάντα γυρεύει το κακό και τ’ άδικο ξετρέχει.
Τέρας θεόρατό ‘τανε στην όψη και στο μπόι
κι ουδέ και μ’ άνθρωπό ‘μοιαζε κι ουδέ ψωμί να τρώει,
μόνο με δασερή κορφή βουνών που ξετρουλίζει
και μέσα στα ψηλά βουνά μονάχη ξεχωρίζει».
Η μετάφραση της Οδύσσειας και της Ιλιάδας από τον Ψυχουντάκη κυκλοφορούν σήμερα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Δεν συνοδεύονται από σχόλια· οι ραψωδίες δεν φέρουν τους τίτλους τους, παρά μόνο πεζά γράμματα. Όπως παρατήρησε στον πρόλογό του ο Στυλιανός Αλεξίου: «εδώ δεν μιλά ένας λόγιος μεταφραστής, αλλά ένας απλός άνθρωπος που ξαναδημιούργησε τον Ομηρο, αφού πρώτα τον είχε νιώσει και αφομοιώσει» — απόδοση που, κατά τον Αλεξίου, «είχε την αβίαστη φυσικότητα του ανόθευτου λόγου που ζει ακόμη και σήμερα στο κρητικό χωριό».
Ο ίδιος ο Ψυχουντάκης, όπως προκύπτει από ημερολογιακές του σημειώσεις που μοιράστηκε ο γιος του Νικόλας, έζησε τη μεταφραστική εργασία σαν εμμονή και όραμα. Γράφει ο Γιώργης Ψυχουντάκης: «Τότε που άρχισα στο χωριό μου να μεταφράζω την Οδύσσεια 1968-1969, με απορρόφησε τόσο πολύ που ήμουνα σαν να μην ήμουνα ο εαυτός μου. Τότε που έβαλα στην αρχή με τους πρώτους στίχους εθάρευα (σ.σ.: ρήμα της κρητικής διαλέκτου: θεωρούσα, πίστευα) πως ζούσα στην εποχή εκείνη. Παντού, όπου κι αν βρισκόμουν στο σπίτι, στη δουλειά, ο νους μου ήταν στους στίχους μου και στον Οδυσσέα. Δεν ξέρω αν υπάρχει μετεμψύχωση που λένε, μα θα πρέπει να υπάρχει, αλλιώς δεν εξηγείται το γεγονός να κοιμούμαι και στον ύπνο μου να γράφω στίχους: Ενα δίστιχο, δύο δίστιχα, και τότε σαν είδα πως οι στίχοι ήτανε η συνέχεια εκείνων που θα προχωρούσα πάνω στο κείμενό μου, πήρα στο προσκέφαλό μου χαρτί και μολύβι και τους σημείωνα, αλλιώς θα τους λησμονούσα».
Η εργασία του ήταν μακροχρόνια· ξεκίνησε γύρω στο 1968 και η πρώτη έκδοση της Οδύσσειας κυκλοφόρησε το 1979. Ο Ψυχουντάκης εξηγεί και με μια δική του μαντινάδα την επιμονή του: «”Μ’ επιμονή κι υπομονή και θέληση άλλη τόση / άνθρωπος ήντα θα σκεφτεί να μην το κατορθώσει”» — και προσθέτει πως τριάντα χρόνια βασανίστηκε για να ολοκληρώσει τα δύο αυτά έργα με μικροδιακοπές.
Η περίπτωση του Ψυχουντάκη υπενθυμίζει ότι κάθε εποχή, κάθε τόπος και κάθε γλώσσα παράγουν τη δική τους Οδύσσεια. Από την απόδοση του Ιάκωβου Πολυλά ή του Νίκου Καζαντζάκη μέχρι τη σύγχρονη μετάφραση της Emily Wilson στα αγγλικά και τις φιλμικές επανερμηνείες που ξαναφέρνουν τον Ομηρο στην παγκόσμια σκηνή, ο Ομηρος δεν είναι ένα στατικό κείμενο· είναι μια ζωντανή παράδοση που διαρκώς αναπλάθεται.
Από την «λ» της Οδύσσειας του Ψυχουντάκη, τη Νέκυια, όπου ο Οδυσσέας συναντά τη μητέρα του στον Αδη, διαβάζουμε επίσης μεταφρασμένα στίχους που αποτυπώνουν την ίδια λαϊκή ευαισθησία και τον ίδιο τόνο πρόζας-τραγουδιού:
«Πώς ήρθες, γιε μου, ζωντανός εις τ’ άλιαστο σκοτάδι;
Π’ ανθρώποι ζωντανοί ποτές δεν μπαίνουσιν στον Αδη,
που ποταμοί ‘ναι φοβεροί κι απέραντοι στη μέση
και πρώτος ειν’ ο Ωκεανός, κανείς δεν θα μπορέσει
πεζός ποτές να τον διαβεί χωρίς καλοφτιαγμένο,
με δίχως αργουτάρικο καράβι καμωμένο.
Μήπως με τους συντρόφους σου κι ακόμη παραδέρνεις
από την Τροία μ’ άρμενο κι επά κι εκεί πηγαίνεις
κι ως και τον Αδη τριγυρνάς με το πλεούμενό σου;
Ακόμα δεν εγύρισες ξανά στ’ αρχοντικό σου,
εις της Ιθάκης το νησί, εις τα δικά μας μέρη,
το σπίτι σου να ξαναδείς και λατρευτό σου ταίρι;».

