Σε μια κίνηση με προφανή συμβολικό χαρακτήρα, η Τουρκία επέλεξε την 20ή Ιουλίου —την ημέρα της επετείου της εισβολής στην Κύπρο— για να γνωστοποιήσει ότι το ερευνητικό πλοίο «Ορούτς Ρέις» απέπλευσε από το λιμάνι της Σελεύκειας, απέναντι από τη Μεγαλόνησο, ενόψει της επόμενης αποστολής του.
Το «Ορούτς Ρέις», μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του στη Σομαλία το 2025, είχε δέσει σε λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας για να του γίνουν εργασίες συντήρησης και η Αγκυρα, στο πλαίσιο ενός προφανούς προγραμματισμού, το έστειλε στη Σελεύκεια απέναντι από τη μαρτυρική Κύπρο και το δημοσιοποίησε στην επέτειο της εισβολής.
Η επιλογή της ημερομηνίας αναζωπυρώνει τη συζήτηση για την εργαλειοποίηση των θαλάσσιων ερευνών και υπογραμμίζει πως η Άγκυρα αξιοποιεί ιστορικές επετείους για να στείλει μηνύματα ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η 20ή Ιουλίου παραμένει μια βαρύτατη ημερομηνία στη σύγχρονη ιστορία του ελληνισμού· πενήντα δύο χρόνια μετά, οι πληγές της τραγωδίας παραμένουν ανοιχτές.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, εξετάζει τις πιθανές αντιδράσεις σε όλα τα σενάρια για τη νέα αποστολή του «Ορούτς Ρέις»: η δραστηριότητα μπορεί να περιοριστεί γύρω από την Κύπρο, να ενταχθεί στη ρητορική της «γαλάζιας πατρίδας» ή να προχωρήσει νότια της Κρήτης προς τη Λιβύη. Ως «καλό» σενάριο για την ελληνική πλευρά θεωρείται είτε η επιστροφή του πλοίου στη Σομαλία είτε η αντικατάστασή του από το «Μπαρμπαρός» στη Μαύρη Θάλασσα.
Παράλληλα, Αθήνα και Λευκωσία στέλνουν μηνύματα τόσο διπλωματικά όσο και επί του πεδίου. Ελληνικά μαχητικά που σταθμεύουν στην Κύπρο συνεχίζουν εκπαιδευτικές πτήσεις πάνω από Λάρνακα και Πάφο, ενώ ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, με αφορμή την επέτειο, τόνισε σε ανάρτησή του: «Προς τους αδελφούς μας στην Κύπρο το μήνυμα είναι σαφές, ιδίως μετά τις πρόσφατες εξελίξεις: για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις η Κύπρος κείται πλησίον».
Το υπουργείο Εξωτερικών κινήθηκε με αυστηρούς τόνους, υπενθυμίζοντας ότι «το Κυπριακό παραμένει έως και σήμερα ένα διεθνές ζήτημα παράνομης εισβολής και κατοχής κράτους-μέλους της ΕΕ και του ΟΗΕ». Η Αθήνα ξεκαθάρισε ότι η επίλυση του προβλήματος παραμένει ύψιστη εθνική προτεραιότητα, ζητώντας λύση στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Στη φετινή επέτειο, Αθήνα και Λευκωσία βρήκαν και διεθνείς συμμάχους. Το Ισραήλ, μέσω του υπουργείου Εξωτερικών, εξέδωσε μια καυστική και ξεκάθαρη ανακοίνωση: «Το Ισραήλ επιβεβαιώνει την ακλόνητη υποστήριξή του στην κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και εκφράζει την αλληλεγγύη του προς την Κύπρο, στην επέτειο της τουρκικής εισβολής του 1974. Η συνεχιζόμενη τουρκική στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα του νησιού, παράλληλα με τις επίμονες προσπάθειες της Αγκυρας να αλλάξει το status quo μέσω μονομερών ενεργειών, είναι απαράδεκτη».
Από την άλλη πλευρά, η τουρκοκυπριακή ηγεσία και η Αγκυρα τίμησαν την ημέρα με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η επίσημη τουρκική ρητορική χαρακτηρίζει τη στρατιωτική επέμβαση ως νόμιμη «ειρηνευτική επιχείρηση», βασισμένη, όπως υποστηρίζεται, στο δικαίωμα παρέμβασης που παρείχε η Συνθήκη ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ιδιαίτερο βάρος στην τουρκική ρητορική έδωσε η επίσημη ανακοίνωση του τούρκου προέδρου στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «ως μητέρα πατρίδα και εγγυήτρια χώρα, δεν θα αφήσουμε ποτέ μόνους τους Τουρκοκύπριους στον δίκαιο αγώνα τους».
Πέραν των προκλητικών δηλώσεων για την Κύπρο, η Τουρκία επέλεξε να ασκήσει και κριτική κατά της Αθήνας, με αφορμή το κλείσιμο μειονοτικών σχολείων στη Θράκη, χρησιμοποιώντας τον όρο «τουρκικά», παραβιάζοντας την Συνθήκη της Λωζάννης. Κύκλοι του υπουργείου Εξωτερικών επεσήμαναν στα «ΝΕΑ» ότι «όπως σε όλη την επικράτεια κλείνουν σχολεία λόγω έλλειψης μαθητών, έτσι συμβαίνει και στη Θράκη και δεν υπάρχει καμιά διάκριση».

