Με ένταση συνεχίστηκαν σήμερα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας οι τοποθετήσεις των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας στην πολύκροτη δίκη για την τραγωδία στα Τέμπη, εστιάζοντας στην εισαγγελική πρόταση να απορριφθούν τα αιτήματα αναβολής, οι ενστάσεις ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και η αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η εισαγγελέας, όπως προτάθηκε χθες, ζήτησε την απόρριψη των συγκεκριμένων αιτημάτων, θέση με την οποία συντάχθηκαν σήμερα οι συνήγοροι υποστήριξης της κατηγορίας, ζητώντας την συνολική απόρριψη των ισχυρισμών των κατηγορουμένων.
Στην πλευρά της υπεράσπισης, αιτήματα για αναβολή υπέβαλαν δικηγόροι κατηγορουμένων στελεχών της ΕΡΓΟΣΕ, οι οποίοι παράλληλα είναι κατηγορούμενοι στη δικογραφία που χειρίζεται το ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την Σύμβαση 717. Οι συνήγοροι επικαλούνται το άρθρο 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αυτό ορίζεται: «Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη».
Οι συνήγοροι υποστήριξης της κατηγορίας απάντησαν ότι τα αιτήματα αναβολής «βλάπτουν βάναυσα τα δικαιώματα όλων των υποστηριζόντων την κατηγορία», επισημαίνοντας ότι οι δύο υποθέσεις δεν βρίσκονται στο «ίδιο δικονομικό στάδιο ωριμότητας» και πως «κανένα από τα αδικήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν ταυτίζονται με τα αδικήματα που εκδικάζει το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας».
Ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας και πατέρας θύματος κ. Αντώνης Ψαρόπουλος προειδοποίησε πως, σε περίπτωση διαχωρισμού του σκέλους που αφορά τα στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ, θα υπάρξει «θεματικός περιορισμός» και θα «πληγεί η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας».
Ο κ. Ψαρόπουλος δεν έκρυψε την οργή του για τις τακτικές της υπεράσπισης: «Οι κατηγορούμενοι αν ήταν ειλικρινείς θα επιδίωκαν να αθωωθούν από την κατηγορία. Αντιθέτως επιδιώκουν παρελκυστικά να κρυφτούν κάτω από νομικά ευφυολόγηματα».
Οι τοποθετήσεις των συνηγόρων συνεχίζονται ενώ το δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει επί των αιτημάτων αναβολής, των ενστάσεων ακυρότητας και των προδικαστικών ερωτημάτων που έχουν τεθεί.

