Στις εκβολές του Πηνειού, όπου το γλυκό νερό του ποταμού ανακατεύεται με το Αιγαίο, οι ψαρόβαρκες συναντούν κάθε καλοκαίρι έναν ξεχωριστό —και για κάποιους ενοχλητικό— επισκέπτη: το μπλε καβούρι. Με τα χαρακτηριστικά γαλάζια άκρα και τις ισχυρές δαγκάνες του, το ζώο αυτό έχει γίνει μέρος της καθημερινότητας στις αμμουδιές και τα δίχτυα της περιοχής.
Η παρουσία του είναι πιο έντονη από τα τέλη της άνοιξης και καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν οι εκβολές γεμίζουν από αυτά τα πλάσματα που συχνά μπλέκονται στα δίχτυα και προκαλούν φθορές στα εργαλεία των ψαράδων. Κάθε χρόνο οι βάρκες βγαίνουν, τα δίχτυα φορτώνονται και τα γαλάζια πιασίματα αναδεικνύονται ανάμεσα στη σοδειά των αλιευμάτων.
Το μπλε καβούρι, με την επιστημονική ονομασία Callinectes sapidus, δεν κατάγεται από τις ελληνικές θάλασσες: προέρχεται από τις δυτικές ακτές του Ατλαντικού Ωκεανού και προτιμά εκβολικά και παράκτια οικοσυστήματα. Σύμφωνα με στοιχεία ερευνητικού έργου της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας για τα ξενικά είδη, έχει προσαρμοστεί πλήρως στις συνθήκες του ελληνικού περιβάλλοντος.
Η τοπική ονομασία του —«Ιταλό»— συνδέεται με μια αφήγηση που θέλει το είδος να εισήχθη στην Ελλάδα μέσω των Ιταλών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εντεταλμένος σύμβουλος του Δήμου Αγιάς για θέματα τουρισμού, Νίκος Ντάγκας, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί πιθανότερη την εισαγωγή του μέσω των δεξαμενών έρματος των πλοίων. «Το μπλε καβούρι το συναντάμε εδώ και πολλά χρόνια και κυρίως το καλοκαίρι γεμίζουν από αυτό οι εκβολές του Πηνειού. Οι ντόπιοι εδώ, όπως και στον Θερμαϊκό, το αποκαλούν “Ιταλό”», αναφέρει ο κ. Ντάγκας.
Για πολλούς κατοίκους η εικόνα του δεν προκαλεί πλέον έκπληξη. Όπως προσθέτει ο κ. Ντάγκας, «Με τα χρόνια η παρουσία του έγινε τόσο έντονη, ώστε έπαψε να προκαλεί έκπληξη. Σήμερα μπορεί να είναι ξενικό είδος, αλλά αποτελεί πλέον γνώριμη εικόνα στις εκβολές και μέρος της καθημερινότητας των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται δίπλα στον Πηνειό».
Σε αντίθεση με τη σχετική οικειότητα, για τους ψαράδες το μπλε καβούρι είναι «μέγας μπελάς». Ο Γιώργος Γεωργάκης, ντόπιος με πολλά χρόνια στα νερά του Πηνειού, θυμάται ότι εμφανίζεται ιδιαίτερα το καλοκαίρι και περιγράφει την ταλαιπωρία των επαγγελματιών: «Τα γνωρίζω από μικρό παιδί. Υπήρχαν πολλά χρόνια στην περιοχή, αλλά κυρίως το καλοκαίρι εμφανίζονται σε πολύ μεγάλες ποσότητες». «Κόβουν τα δίχτυα και δημιουργούν πολλά προβλήματα. Οι δαγκάνες τους είναι δυνατές σαν πένσες και μπορούν να τραυματίσουν ακόμη και τον ψαρά», συμπληρώνει.
Παράλληλα, οι κάτοικοι έχουν μάθει να αξιοποιούν και την άλλη πλευρά του καβουριού: το νόστιμο κρέας του. Ο ίδιος ψαράς περιγράφει τη γευστική του χρήση ως καλοκαιρινό μεζέ, που συνοδεύει το τσίπουρο και τις παρέες στο τέλος της ημέρας.
Ο ερασιτέχνης ψαράς Χρήστος Λιαπής μοιράζεται μια πρακτική εμπειρία για το είδος: «Δεν χρειάζεσαι απαραίτητα βάρκα για να τα ψαρέψεις. Μπορείς να σταθείς στην ακτή, να βάλεις ένα κομμάτι κοτόπουλο για δόλωμα και να περιμένεις», λέει, αναφέροντας ότι στην περιοχή συναντώνται και δείγματα βάρους έως και 500 γραμμαρίων.
Η ικανότητα του Callinectes sapidus να επιβιώνει σε ευρύ φάσμα αλατότητας και θερμοκρασιών —είναι ευρύαλο και ευρύθερμο είδος— εξηγεί την επιτυχία του να εγκαθιδρυθεί σε περιοχές όπου αναμειγνύονται γλυκά και θαλάσσια νερά. Στο Δέλτα του Πηνειού οι συνθήκες αυτές προσφέρουν ιδανικό περιβάλλον για ανάπτυξη και αναπαραγωγή.
Έτσι, ανάμεσα στα δίχτυα που ξεμπλέκονται μετά από μια κουραστική βάρδια και στα πιάτα που μοιράζονται στο πλαίσιο της παρέας, το μπλε καβούρι έχει μετατραπεί σε σταθερή παρουσία: από «εισβολέας» σε γνώριμο στοιχείο των τοπικών ιστοριών, των συνηθειών και των γεύσεων στις εκβολές του Πηνειού.

