Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα άνοιξε ξανά τη συζήτηση για το κατά πόσον η Τουρκία βγήκε ενισχυμένη από την αναμέτρηση αυτή. Οι εικόνες και το πλαίσιο της διοργάνωσης έδωσαν σαφές μήνυμα: η Άγκυρα επιστρέφει στο επίκεντρο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας — γεγονός που έρχεται να ακυρώσει, τουλάχιστον συμβολικά, τις συζητήσεις των τελευταίων ετών ότι η Τουρκία αποτελούσε «ξένο σώμα» εντός του ΝΑΤΟ.
Παρά όμως τα εγκώμια του Ντόναλντ Τραμπ, δεν καταγράφηκε ουσιαστική μεταβολή στις επίμαχες πολιτικές γραμμές. Τα ζητήματα στα οποία η Τουρκία εξακολουθεί να διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη παρέμειναν ανέγγιχτα, και τα υπόλοιπα μέλη δεν υποχώρησαν στις προϋποθέσεις που θέτουν για μια πλήρως λειτουργική σχέση με την Άγκυρα.
Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι η σύνοδος διεξήχθη στην τουρκική πρωτεύουσα αποκτά μεγάλη σημασία: η παρουσία και η εικόνα μετριοπαθών, συνεργατικών προσεγγίσεων ενίσχυσαν την αντίληψη μιας Τουρκίας που επανακτά περιφερειακό και συμμαχικό βάρος. Το συγκριτικό της πλεονέκτημα δεν είναι πρωτίστως το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων, αλλά η διαθεσιμότητα και η πολιτική βούληση να αναλάβει συμμετοχές σε διεθνείς αποστολές — ενώ, ταυτόχρονα, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία αναπτύσσεται μέσω συνεργασιών μεταξύ πανεπιστημιακών φορέων και ερευνητικών ινστιτούτων.
Η Τουρκία ξεχωρίζει στο ΝΑΤΟ γιατί η συμμετοχή της σε επιχειρήσεις δεν δεσμεύεται από τα πολιτικά κωλύματα που συχνά περιορίζουν άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Στο εσωτερικό, η κοινωνική διαχείριση των απωλειών —όπως η εντατική χρήση του όρου şehit για τους νεκρούς— και ο τρόπος που τα γεγονότα ερμηνεύονται από μέσα ενημέρωσης υπό κρατικό έλεγχο, καθιστούν πιο εύκολη την αποδοχή στρατιωτικών αποστολών, ακόμη και με ρίσκο σε ανθρώπινες ζωές.
Αυτό πρακτικά σημαίνει πως, όταν στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ συζητηθεί η αποστολή ειρηνευτικών δυνάμεων στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη ή άλλου τύπου αποστολές, πολλοί θεωρούν την Τουρκία ως τον πλέον έτοιμο εταίρο να ανταποκριθεί χωρίς ενδοιασμούς — και αυτό το στοιχείο λειτουργεί ως ισχυρός μοχλός επιρροής.
Κάποιοι αποδίδουν επιπλέον ενίσχυση της θέσης της Άγκυρας στη σχέση Ερντογάν—Τραμπ. Παρ’ όλα αυτά, η εύνοια ενός προέδρου των ΗΠΑ έχει αποδειχθεί στο παρελθόν παροδική: χωρίς την αποκατάσταση σχέσεων της Τουρκίας με τους υπόλοιπους θεσμούς που διαμορφώνουν την αμερικανική εξωτερική πολιτική, το πλεονέκτημα αυτό παραμένει περιορισμένο.
Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ

