«Όταν η ομάδα πετυχαίνει, ο παίκτης θέλει περισσότερα λεφτά. Όταν όμως ο παίκτης σέρνεται, παίρνει κανονικά τα λεφτά του. Και εμείς μονά-ζυγά χάνουμε». Οι λέξεις που βγήκαν από το στόμα του Παναγιώτη Αγγελόπουλου σε μια ερώτηση αναφορικά με τα συμβόλαια των Παπανικολάου, Ντόρσεϊ και Γουόκαπ θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον τίτλο ενός ολόκληρου βιβλίου που σχετίζεται με τον επαγγελματικό αθλητισμό και ακόμα πιο ειδικά με τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί στη EuroLeague την τελευταία διετία.
Οι οπαδοί μιας ομάδας αλλά και οι ρεπόρτερ που την ακολουθούν, συχνότατα παραλείπουν μια σημαντική λεπτομέρεια όταν η κουβέντα έρχεται στα συμβόλαια: να προσπαθήσουν να δουν τα πράγματα και από την πλευρά της εκάστοτε διοίκησης. Κι εντάξει οι οπαδοί που έχουν κατά κανόνα το ακαταλόγιστο, οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι όμως θα έπρεπε να έχουν πάντοτε στο μυαλό τους και αυτή τη διάσταση της πραγματικότητας. Είναι πολύ εύκολο να γράφεις για το τι ζητάει ο ένας κι ο άλλος και να υπερθεματίζεις κάνοντας τον μπρούκλη με ξένες τσέπες. Ακριβώς αυτή τη στάση στηλίτευσε ο Π. Αγγελόπουλος συμπεριλαμβάνοντας τα ΜΜΕ στη σχετική τοποθέτησή του και μόνο άδικο δεν είχε, αν κρίνουμε από το τι έχει γραφεί και λεχθεί το προηγούμενο διάστημα.
Καταρχάς, όσοι έχουν μάθει να ερμηνεύουν τους προέδρους της ΚΑΕ Ολυμπιακός κατάλαβαν ότι η περίπτωση του αρχηγού διαχωριζόταν από τις άλλες δυο. Καθόλου τυχαία, δυο 24ωρα μετά ανακοινώθηκε η… δια βίου παραμονή του στο ΣΕΦ παρότι κάποιοι καλοθελητές έβλεπαν «δυσκολίες» και «αποστάσεις». Λες και οι Αγγελόπουλοι δεν γνωρίζουν τι πρεσβεύει ο Παπανικολάου, λες και ο Παπανικολάου δεν γνωρίζει την εκτίμηση στο πρόσωπό του. Το κεφάλαιο «Παπ» έκλεισε με συνοπτικές διαδικασίες, αφήνοντας άλλες δυο εκκρεμότητες που διόλου συμπτωματικά συνδέονται με τα ελληνικά διαβατήρια.
Προφανώς και δεν πρόκειται περί σύμπτωσης το γεγονός πως οι δυο παίκτες με συμβόλαιο σε ισχύ που αξιώνουν ποσά πολύ μεγαλύτερα από αυτά που προβλέπει η υπογεγραμμένη συμφωνία τους με τον σύλλογο, είναι αμφότεροι κάτοχοι ελληνικού διαβατηρίου. Το σήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας στο κεραμιδί βιβλιάριο αποτελεί πλέον μια μόνιμη πληγή – πηγή προβληματισμού, ακόμα κι όταν τα πάντα φαντάζουν τέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: ότι τα πάντα φαντάζουν τέλεια μετά την κατάκτηση της Ευρωλίγκας και του πρωταθλήματος και ότι κάποιοι θεωρούν πως η συγκυρία για μια αύξηση είναι ιδανική…
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Κανείς δεν υπογράφει συμβόλαιο με το ζόρι. Είτε λέγεται Φουρνιέ είτε Ντόρσεϊ και Γουόκαπ, το υπογεγραμμένο συμβόλαιο προκύπτει πάντα έπειτα από διαπραγματεύσεις και συμφωνία μεταξύ των δυο πλευρών. Τυχαίνει βεβαίως σε κάποιες περιστάσεις να κριθεί εν μέσω ισχύοντος συμβολαίου ότι ένας παίκτης αξίζει κάτι παραπάνω από τα αρχικώς συμφωνηθέντα. Όπως συνέβη πέρυσι με την αναπροσαρμογή στον Εβάν, ο οποίος εξαρχής είχε υπογράψει ένα συμβόλαιο… καρδιάς που δεν αντανακλούσε την πραγματική του αξία.
Το αναπροσαρμοσμένο συμβόλαιο του Φουρνιέ έφερε μια σχετικά υποτονική σεζόν και ένα επικό φινάλε που όμοιό του μάλλον δεν έχουμε ξαναδεί στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. MVP του φάιναλ φορ και στη συνέχεια απόλυτος πρωταγωνιστής των πέντε τελικών, ο Γάλλος σούπερ σταρ όχι απλώς δικαιολόγησε κάθε ευρώ που παίρνει αλλά έχει το δικαίωμα να απαιτήσει και Εβανόσημο από τους υπόλοιπους. Αδυνατώ να δεχτώ ότι υπάρχει έστω κι ένας οπαδός του Ολυμπιακού που να πιστεύει πως η σεζόν θα είχε τόσο θριαμβευτικό φινάλε αν ο Φουρνιέ δεν έπαιρνε κεφάλια στα επτά τελευταία ματς…
Τάιλερ Ντόρσεϊ και Τόμας Γουόκαπ έχουν συμβόλαιο για ακόμη έναν χρόνο. Αυτό είναι δεδομένο. Όπως δεδομένο είναι και το γεγονός πως με τα τωρινά – σε μεγάλο βαθμό παράλογα – ποσά της EuroLeague, ο Τόμας μπορεί να θεωρηθεί underpaid. Έστω και με πατημένα τα 34. Για τον Ντόρσεϊ πάλι, υπάρχουν κάποιες ενστάσεις αν συμπυκνώσουμε τα πεπραγμένα του την τελευταία διετία. Τη σεζόν 2024/25 έπαιξε μόλις 80 λεπτά περισσότερα από τον Λαρεντζάκη στην Ευρωλίγκα και είχε μια αναλαμπή στους τελικούς, ενώ την περασμένη είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, με τον αστερίσκο πως ήταν άφαντος στον τελικό με τη Ρεάλ και απών από τους τελικούς του πρωταθλήματος.
Αθροίζοντας το ποσό της τελευταίας διετίας, μάλλον ο Ντόρσεϊ χρωστάει στον Ολυμπιακό και όχι ο Ολυμπιακός στον Ντόρσεϊ. Και δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να αναλύσω αυτό που αναγνωρίζουν όλοι, ότι δηλαδή οι δυο μακράν κορυφαίες σεζόν της καριέρας του προέκυψαν στο ΣΕΦ και όχι τυχαία. Το μικρό χάος που προσθέτει ο Τάιλερ στην απόλυτη τάξη του Μπαρτζώκα είναι ευεργετικό και για την ομάδα αλλά κυρίως για τον ίδιο.
Από την άλλη έχουμε μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Ο Γουόκαπ είναι ίσως ο παίκτης που έχει ακούσει τα περισσότερα εγκώμια από τον προπονητή του στην ιστορία του Ολυμπιακού, έστω κι αν κάποιες φορές μου φαίνονταν υπερβολικά. Ο μόνος που θα μπορούσε να τον ανταγωνιστεί στον τομέα των εγκωμίων ήταν ο Φαλ, για τον οποίο είχα πάντα την ίδια άποψη (περί υπερβολής). Η ιστορία έγραψε πως στη μοναδική σεζόν της πενταετίας που οι Ερυθρόλευκοι δεν τον είχαν στη διάθεσή τους, στέφθηκαν πρωταθλητές Ευρώπης και Ελλάδας με τον Μιλουτίνοφ να υπενθυμίζει σε όλους ότι παραμένει ο μακράν κορυφαίος σέντερ της Ευρωλίγκας. Α, και τον Ταϊρίκ να κάνει αθόρυβα τη διαφορά στο καθοριστικό 4ο δεκάλεπτο κόντρα στη Ρεάλ, έστω κι αν άφησε πολλά ερωτηματικά με την εικόνα του στους τελικούς.
Η «εκδικητική» μεταγραφή του Μουσταφά Φαλ
Η άποψή μου για Φαλ και Μιλουτίνοφ ήταν διαμορφωμένη χρόνια πριν και δεν περίμενα την εκδικητική μεταγραφή του Μους στον Παναθηναϊκό για να την οριστικοποιήσω. Ο χαρακτηρισμός «εκδικητική» είναι θαρρώ ο μόνος που αρμόζει στην περίσταση. Να μην είχε ο Μουσταφά πρόταση από άλλη ομάδα της Ευρωλίγκας με ικανοποιητικά χρήματα, το θεωρώ απίθανο σενάριο. Ακόμα κι αν δεν έβρισκε τα λεφτά του Παναθηναϊκού, όλο και κάποιος θα είχε πρόχειρο ένα ποσό κοντά στο ενάμισι εκ. ευρώ για να του προσφέρει. Για να μην πω ότι θα μπορούσε να βρει τα ίδια ή και περισσότερα χρήματα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί δηλαδή όπου πίστευαν οι περισσότεροι ότι θα καταλήξει, ίσως επειδή το περιβάλλον του είχε φροντίσει να τους οδηγήσει σε αυτό το συμπέρασμα.
Προφανώς ως επαγγελματίας δικαιούται να επιλέξει ό,τι εκείνος νομίζει καλύτερο για τον ίδιο, αντίστοιχα όμως οι οπαδοί του Ολυμπιακού δικαιούνται να τον κατατάσσουν στους «ανεπιθύμητους», για να μην πω «προδότες». Όταν ένας παίκτης σέβεται τον εαυτό του, δεν μπορεί να πάει ελαφρά τη καρδία στον ορκισμένο εχθρό της ομάδας που ήταν μέλος (και από τα πλέον χαϊδεμένα μέλη μάλιστα) για μια πενταετία. Να βρεθεί δηλαδή απέναντι στους επί σειρά ετών συμπαίκτες του αλλά και στον προπονητή που απογείωσε την καριέρα του. Ειδικά σε αυτόν…
Το γιατί ο Φαλ επέλεξε να λειτουργήσει «εκδικητικά» το γνωρίζει μόνο ο ίδιος και το περιβάλλον του. Με λίγα λόγια είναι πρόβλημά του και θα ζήσει με αυτό στα επόμενα χρόνια κατά το οποία θα είναι «έκπτωτος» στην ολυμπιακή συνείδηση. Κάπου εδώ κλείνει η παρένθεση και επιστρέφουμε στον Γουόκαπ. Εδώ και χρόνια, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επέμενα πως μια ομάδα με τους στόχους του Ολυμπιακού δεν θα μπορούσε να έχει βασικό άσο έναν παίκτη με τα χαρακτηριστικά του Τόμας. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω την προσφορά του αλλά και τον χαρακτήρα που έδειξε εντός κι εκτός παρκέ.
Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι μόνο χαμένος δεν βγήκε ο Γουόκαπ από την παρουσία του στον Ολυμπιακό και νομίζω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου. Για μια ολόκληρη πενταετία οι Ερυθρόλευκοι τον είχαν κορώνα στο κεφάλι τους και δεν τον καπέλωσαν ούτε μια φορά. Ούτε καν στην περασμένη σεζόν, παρότι προερχόταν από έναν ύπουλο τραυματισμό στη μέση που τον κράτησε εκτός για πάρα πολύ καιρό και ουδείς μπορούσε να ορκιστεί ότι δεν θα επανεμφανιζόταν το πρόβλημα σε συνθήκες πίεσης.
Νιλικίνα, Μόρις και Τζόζεφ κατά σειρά ήρθαν για να τον πλαισιώσουν και όχι να του φάνε τη θέση του βασικού. Όπως θα συνέβαινε και με τον Κίναν Έβανς αν δεν πάθαινε τη νέα ζημιά, αφού σε ένα ιδανικό σενάριο θα μοιραζόταν τον χρόνο με τον Τόμας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Μπαρτζώκας δέχτηκε κριτική για την επιμονή στον Γουόκαπ, με τα σκάγια να παίρνουν ολόκληρο τον οργανισμό από ένα σημείο κι έπειτα. Ακόμα και με τον Σλούκα στο prime του, τα λεπτά του Τόμας στην Ευρωλίγκα ήταν 22:21 το 2021/22 και 25:05 το 2022/23. Δηλαδή τη χρονιά του Κάουνας, εκεί όπου έκλεισε ολόκληρο το φάιναλ φορ άποντος παρότι έπαιξε 28μισι λεπτά στον τελικό.
Συμπαθάτε με, όμως δεν θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ μια ομάδα υψηλών στόχων με βασικό άσο τον Τόμας. Πόσο μάλλον ομάδα που να διεκδικεί κάθε χρόνο την κούπα της EuroLeague όπως ο Ολυμπιακός. Για έναν συμπληρωματικό ρόλο θα τον έπαιρνα με κλειστά μάτια, αλλά μέχρι εκεί. Θα μπορούσε κάποιος να τον φανταστεί βασικό άσο π.χ. στη Φενέρ, στη Ρεάλ ή στον Παναθηναϊκό, έστω και με το μπόνους του διαβατηρίου;
Συνεπώς, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ακόμα και σε καλύτερη ηλικία από την τωρινή ο Τεξανός δεν είχε προτάσεις που θα τον έκαναν να αναρωτηθεί μήπως το μέλλον του βρίσκεται μακριά από το ΣΕΦ. Όπως συμβαίνει το τελευταίο διάστημα κατά το οποίο φαίνεται ξεμυαλισμένος από μια πρόταση-μαμούθ σαν αυτήν της Ντουμπάι (ή όποια αντίστοιχη παρουσιαστεί).
Για να μιλάμε σοβαρά, όταν έρχεται μια ομάδα που σου προσφέρει ένα ποσό πολλάκις υψηλότερο από αυτό που λαμβάνεις ήδη, δεν γίνεται να το παίξεις άνετος και να το αγνοήσεις. Όταν μάλιστα είσαι στα 34 και ουσιαστικά πρόκειται για το τελευταίο (και μακράν μεγαλύτερο) συμβόλαιο της καριέρας σου, νομιμοποιείσαι απολύτως να βάλεις το συμφέρον σου πάνω από οποιονδήποτε συναισθηματισμό. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία τα χρήματα είναι εξωφρενικά – σοβαροί να είμαστε, 3 εκ. τον χρόνο δεν έπαιρνε ο Μάικ Τζέιμς στα καλύτερά του, για να μην πάω πιο πίσω -, πας με τον μεγαλύτερο δυνατό σεβασμό στους Αγγελόπουλους και συνεργάζεσαι μαζί τους ώστε να έρθει ένα ικανοποιητικό buy-out για τον σύλλογο.
Βλέπετε ότι δεν έβαλα καν το ενδεχόμενο της παραμονής του με μια σημαντική (αλλά όχι ακραία παράλογη) αύξηση αποδοχών. Δεν το έβαλα επειδή ο Γουόκαπ και ο περίγυρός του εμφανίζονται από καιρό φευγάτοι και δεν είναι τυχαία η εξαφάνισή τους ακόμα και από το Instagram. Εκεί όπου έχουν ανέβει κάποιες… αμφιλεγόμενες για τα γούστα μου αναρτήσεις που δεν θύμιζαν σε τίποτα τον χαμηλών τόνων Τόμας της πρώτης διετίας, σε ό,τι είχε να κάνει με τα social.
Η μόνη ασέβεια στην υπόθεση Γουόκαπ προέκυψε από τον ίδιο
Επαναλαμβάνω ότι είναι λογικό κι ανθρώπινο να έχει θολώσει η οικογένεια Γουόκαπ από το παράλογα μεγάλο συμβόλαιο που φέρεται να προσφέρει η Ντουμπάι. Μάλιστα, σε μια σεζόν που ο χρόνος του θα περιοριζόταν αισθητά στη EuroLeague μετά την άφιξη των Μοντέρο και ΜακΙντάιρ, θα ήταν πλήρως δικαιολογημένος αν εξέφραζε επιθυμία αποχώρησης προκειμένου να αναζητήσει πιο ενεργό ρόλο. Δεν λέω ρόλο βασικού γιατί ούτε καν στην ομάδα των Εμιράτων προβλέπεται τέτοιος. Βασικός θα μπορούσε να είναι ίσως σε ομάδα EuroCup, δεν ξέρω αν με εννοείτε…
Η μομφή έχει να κάνει με τις ατάκες και κυρίως με τον τρόπο και το ύφος που αυτές διατυπώθηκαν από τον ίδιο στην περιβόητη συνέντευξή του, όπου χρησιμοποίησε τις πιο λανθασμένες εκφράσεις που θα μπορούσε: «Περνάμε καλά εδώ, αλλά όλα έχουν να κάνουν με τον σεβασμό από την ομάδα. Ένα κλαμπ δείχνει τον σεβασμό του με το πόσο σε πληρώνει και το πόσο σε εκτιμά»…
Σύμφωνα με τα παραπάνω δηλαδή, ο Ολυμπιακός δεν δείχνει τον σεβασμό του και την εκτίμησή του στον Γουόκαπ επειδή δεν του δίνει ένα εξωφρενικό ποσό ενώ έχει ήδη συμβόλαιο. Πρόκειται για τον βασικό άσο που σε πέντε ημιτελικούς Ευρωλίγκας σκόραρε συνολικά 13 πόντους, έμεινε άποντος στο φάιναλ φορ του Κάουνας όπως είπαμε και πιο πάνω και είχε μόλις δυο πόντους σε εκείνο του Άμπου Ντάμπι. Κυρίως, μιλάμε για τον παίκτη που εξαιτίας του δεν θα είχε υπάρξει Κάουνας, αν ο Σλούκας δεν έβαζε το πιο τρελό καλάθι της καριέρας του αμέσως μετά το εγκληματικό λάθος που έφερε τη Φενέρ αγκαλιά με το 2-1.
Η μόνη ασέβεια στην όλη υπόθεση λοιπόν είναι αυτή που έδειξε ο Τόμας στην ομάδα και τους ανθρώπους της, επιλέγοντας να δημοσιοποιήσει άκομψα μια ενόχληση που προέκυψε ξαφνικά. Όσο ξαφνικά προέκυψε και η πρόταση της Ντουμπάι. Ασέβεια και αχαριστία μαζί, λαμβάνοντας υπόψη όσα συνέβησαν την πενταετία που προανέφερα.
Ο Γουόκαπ γνωρίζει ότι το συμβόλαιό του λήγει το 2027. Όπως γνωρίζει και ότι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση ο Ολυμπιακός να πλησιάσει τα παράλογα από κάθε άποψη λεφτά της Ντουμπάι, ειδικά από τη στιγμή που πήρε δυο σπουδαίους παίκτες στη θέση του. Επιλέγοντας να πει όσα είπε δημόσια, ίσως να ακολούθησε κάποιες συμβουλές περί άσκησης πίεσης: όχι για να πάρει τεράστιο συμβόλαιο από τους πρωταθλητές Ευρώπης αλλά για να βρει τη λιγότερη δυνατή αντίσταση στην προσπάθεια να σπάσει το τωρινό που ο ίδιος έχει υπογράψει.
Το έργο «γίνομαι αντιπαθής ώστε να αναγκαστούν να με αφήσουν» παίζεται στον αθλητισμό εδώ και πολλές δεκαετίες. Αν ο Τόμας όντως ακολούθησε αυτή την τακτική, είναι πραγματικά κρίμα για τον ίδιο και την ερυθρόλευκη υστεροφημία του. Επαναλαμβάνω, δεν θα του έλεγε κανείς το παραμικρό αν ξαφνικά γινόταν γνωστό ότι φεύγει για να πάρει ένα σκασμό λεφτά στην εμπόλεμη γειτονιά του Περσικού ή όπου αλλού. Θεωρώ μάλιστα πολύ πιθανό να ήταν και πιο «διαλλακτική» η ΚΑΕ ως προς τις απαιτήσεις τις για το buy-out. Κάτι που δύσκολα θα συμβεί από εδώ και πέρα, έτσι όπως επέλεξε να χειριστεί την κατάσταση ο παίκτης.
Χαμένος δεν πρόκειται να βγει από αυτή την ιστορία ο Ολυμπιακός, ειδικά στο αγωνιστικό σκέλος. Μοντέρο και ΜακΙντάιρ συνιστούν τρομακτική αναβάθμιση στη θέση που κάθε χρόνο αποτελούσε σημείο τριβής για τους περισσότερους οπαδούς. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα μπορούσαμε να συζητήσουμε σοβαρά σχετικά με τον Γουόκαπ, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα στο ρόστερ, είναι το ελληνικό διαβατήριο. Είμαι σίγουρος όμως ότι οι Ερυθρόλευκοι θα τη βρουν ξανά την άκρη και ελπίζω κάποια στιγμή να επιλυθεί οριστικά αυτό το ζήτημα ώστε να μην εκβιάζονται από κανέναν.
«Δεν νομίζω ότι αν αρχίσουμε να μοιράζουμε (λεφτά) θα έχει κανείς κίνητρο να πάρει τη EuroLeague» είπε μεταξύ άλλων ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος στην πρόσφατη παρουσίαση της Superbet. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για το ελληνικό μπάσκετ. Οι εξασφαλισμένες θέσεις από το επί σειρά ετών ισχύον καθεστώς της ΕΟΚ σε Έλληνες παίκτες αμφιβόλου ποιότητας μόνο κίνητρα για βελτίωση δεν πρόσφεραν. Παιδιά που σε άλλες εποχές δεν θα έπαιζαν ούτε στη Β’ εθνική πλέον βρίσκουν μια χαρά συμβόλαια στην Α1, ακόμα και σε πολύ καλές ομάδες, εκμεταλλευόμενα την «εξασφάλιση» που τους παρέχουν οι κανονισμοί.
Μέχρι να έρθει το ποσό που θα ικανοποιεί τον Ολυμπιακό (ίσως και μια αλλαγή στάσης από τον ίδιο) ο Γουόκαπ είναι παίκτης της ομάδας. Το ίδιο ισχύει και για τον Ντόρσεϊ, η περίπτωση του οποίου είναι άκρως ιδιαίτερη και σαφώς διαφορετική, όπως και το στάτους του. Με τις ευλογίες του τεράστιου Φουρνιέ, ο Τάιλερ έγινε το βασικό δυάρι των Πειραιωτών και τα χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με την ηλικία του τον καθιστούν σαφώς πιο πολύτιμο από τον Τόμας. Προσέξτε, λέω «πολύτιμο» αλλά σε καμία περίπτωση αναντικατάστατο. Από τη στιγμή που είναι και το διαβατήριο στη μέση όμως, ένα «καπέλο» στο συμβόλαιο είναι αναπόφευκτο.
Το 2022 μετά την πρώτη καλή σεζόν του στην Ευρωλίγκα έφυγε για να αναζητήσει τη… σύνταξη στο NBA, βάζοντας τον εαυτό του σε μια περιπέτεια που κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια. Δυο αυτά που πέρασε σε Αμερική και Φενέρ και ένα ακόμη το 2024/25 στο ΣΕΦ. Η σεζόν που πέρασε ήταν η μακράν καλύτερη της καριέρας του. Ταυτόχρονα όμως, ήταν και η μοναδική ανταγωνιστική την τελευταία τετραετία για τους λόγους που εξήγησα. Είναι αυτό το 1/4 ικανό για να του εξασφαλίσει ένα μυθικό ποσό και μάλιστα για τετραετές συμβόλαιο όπως ακούγεται ότι επιθυμεί ο ίδιος; Ασφαλώς και όχι. Σε λίγους μήνες ο Ντόρσεϊ θα κλείσει τα 31 και στο ενεργητικό του έχει δυο καλές σεζόν όλες κι όλες, με διαφορά ετών η μια από την άλλη.
Ο Τάιλερ είναι ένα παιδί που αποδεδειγμένα αναζητά την εξασφάλιση εδώ και πολλά χρόνια, που δεν έχει καταφέρει ποτέ να κάνει δυο σερί καλές χρονιές και που μόνο στον Ολυμπιακό έχει δείξει το ταλέντο του. Αυτά είναι τα δεδομένα που καλούνται να αξιολογήσουν οι άνθρωποι της ΚΑΕ προκειμένου να καταθέσουν την τελική τους πρόταση στον Ελληνοαμερικανό γκαρντ. Κυρίως, καλούνται να… προφητέψουν τι θα συνέβαινε σε περίπτωση εξασφάλισης του Τάιλερ: θα εξακολουθήσει να έχει κίνητρα για σκληρή δουλειά και διακρίσεις ή θα εφησυχάσει έχοντας λύσει μια για πάντα το οικονομικό πρόβλημα της ζωής του;
Η αίσθησή μου είναι πως με αμοιβαίες υποχωρήσεις σε διάρκεια συμβολαίου και χρήματα οι δυο πλευρές θα τα βρουν. Ένα 2+1 ή έστω ένα κλειστό τριετές νομίζω ότι θα είναι μια ρεαλιστική λύση, όπως και ένα ποσό κοντά στα 2,5 εκ. ευρώ, πάντα σύμφωνα με προσωπικές εκτιμήσεις. Από εκεί κι έπειτα, υπάρχει και ένα άλλο, σαφώς πιο σοβαρό διακύβευμα για τον Ολυμπιακό που έχει να κάνει με τη φήμη του. Αν του βγει το όνομα ότι μασάει εύκολα στις διαπραγματεύσεις και πληρώνει υπεραξίες (κάτι που ως τώρα έχει συμβεί μόνο στην περίπτωση του Φαλ), θα ανοίξουν τα τρελάδικα και ο καθένας θα ζητά ό,τι του κατέβει στο κεφάλι. Αυτές τις πόρτες των τρελάδικων θέλουν να κρατήσουν κλειστές οι πρωταθλητές Ευρώπης.
Στην τελική, ο ιδιαίτερος τρόπος λειτουργίας του Ολυμπιακού των Αγγελόπουλων προβλέπει εδώ και πολλά χρόνια την παρουσία παικτών που θέλουν πραγματικά να παίξουν στην ομάδα και που συνήθως έρχονται με λιγότερα χρήματα από αυτά που θα μπορούσαν να πάρουν αλλού. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Μπαρτζώκα αλλά και ολόκληρου του οργανισμού που έχει δημιουργήσει ένα τόσο ισχυρό brand name ώστε να μη χρειάζεται να πλειοδοτεί προκειμένου να πάρει τους παίκτες που επιθυμεί. Τώρα, αν κάποιος πάει αλλού για 200-300 χιλιάρικα παραπάνω, σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε έτσι κι αλλιώς να αποτελέσει κομμάτι μιας ομάδας που λειτουργεί πρώτα ως οικογένεια και μετά ως αθλητικό σύνολο…

