Η Ελλάδα μετράει δύο αιώνες σεισμικών τραγωδιών και μάθησης: από τα χωριά της Χίου του 1881 μέχρι τη σύγχρονη Αττική της Πάρνηθας, οι δονήσεις έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στις ζωές και τις πόλεις. Μία νέα επιστημονική μελέτη, που συγκέντρωσε και επανεξέτασε στοιχεία για 253 σεισμούς της περιόδου 1800–2020, επιχειρεί για πρώτη φορά μια συστηματική, τεκμηριωμένη αποτύπωση των επιπτώσεων του Εγκέλαδου στην Ελλάδα.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Natural Hazards» υπό τον τίτλο «Earthquake impact on built environment and on the population: a database for Greece» και αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη βάση δεδομένων που αποτυπώνει τη δράση του Εγκέλαδου στη χώρα κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Η βάση συγκεντρώνει πληροφορίες για ανθρώπινες απώλειες, τραυματίες και ζημιές σε κτίρια, μετά από ενδελεχή διασταύρωση ιστορικών πηγών, επιστημονικών δημοσιεύσεων και επίσημων καταγραφών.
«Περίπου 8.700 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Ελλάδα εξαιτίας σεισμών το χρονικό διάστημα 1800-2020 και άλλοι περίπου 19.200 τραυματίστηκαν», λέει στα «ΝΕΑ» η δρ Σεισμολογίας Ιωάννα Τριανταφύλλου, η οποία κατήρτισε τη βάση δεδομένων σε συνεργασία με τον σεισμολόγο Γεράσιμο Παπαδόπουλο.
Μεταξύ των πλέον εντυπωσιακών ευρημάτων είναι ο σεισμός της Χίου (3 Απριλίου 1881), ο οποίος θεωρείται ο πιο πολύνεκρος της ιστορικής περιόδου 1800–1899. Η δόνηση, μεγέθους 6,8 ρίχτερ, προκάλεσε περίπου 3.550 νεκρούς και περισσότερους από 7.000 τραυματίες, με επίκεντρο πιθανότατα στην παράκτια ζώνη κοντά στη Χίο.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι ο μεγάλος αριθμός θυμάτων οφείλεται κυρίως στην «εξαιρετικά μεγάλη τρωτότητα των κατασκευών της εποχής». «Στα χωριά της Χίου, αλλά και στους τουρκομαχαλάδες, τα σπίτια ήταν χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, πολλές φορές με χώμα, πέτρα και λάσπη, ως βασικά δομικά υλικά και φυσικά χωρίς οποιαδήποτε αντισεισμική πρόβλεψη», εξηγεί η δρ Ιωάννα Τριανταφύλλου, και προσθέτει το κρίσιμο συμπέρασμα της έρευνας: «Ο σεισμός ως φυσικό φαινόμενο δεν σκοτώνει. Οι κατασκευές σκοτώνουν, όταν υποστούν σοβαρές βλάβες ή καταρρεύσουν».
Η δεκαετία του 1950 αναδεικνύεται, με τη σειρά της, σε ορόσημο σεισμικής έξαρσης. Οι αλλεπάλληλοι σεισμοί που έπληξαν τα Επτάνησα το καλοκαίρι του 1953, και κυρίως ο ισχυρός σεισμός της 12ης Αυγούστου στην Κεφαλονιά (7,2 ρίχτερ), ισοπέδωσαν Κεφαλονιά, Ζάκυνθο και Ιθάκη και άφησαν πίσω τους περίπου 485 νεκρούς. Η ακολουθία αυτή, μαζί με σεισμούς σε Σοφάδες (1954), Αμοργό (1956) και Βόλο (1957), δημιούργησε έντονη κοινωνική πίεση και οδήγησε στην ψήφιση του πρώτου ενιαίου αντισεισμικού κανονισμού το 1959.
Λιγότερο από μισό αιώνα αργότερα, ο σεισμός της Πάρνηθας (7 Σεπτεμβρίου 1999) απέδειξε ότι το μέγεθος δεν είναι το μόνο κριτήριο για την καταστροφή. Παρά το σχετικά μέτριο μέγεθος των 5,9 ρίχτερ, ο σεισμός σκότωσε 143 ανθρώπους, κατέστρεψε ολοσχερώς περισσότερα από 5.200 κτίρια και προκάλεσε σοβαρές βλάβες σε περίπου 38.200 ακόμη, καθώς το επίκεντρο βρέθηκε σε ελάχιστη απόσταση από το μεγαλύτερο αστικό συγκρότημα της χώρας.
Η μελέτη αναδεικνύει ένα σταθερό μοτίβο: οι επιφανειακοί σεισμοί προκαλούν τις μεγαλύτερες υλικές ζημιές και τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων σε σχέση με τους σεισμούς ενδιάμεσου βάθους. «Από τα στοιχεία προκύπτει ότι οι επιφανειακοί σεισμοί προκαλούν τις μεγαλύτερες υλικές βλάβες και τον μεγαλύτερο αριθμό νεκρών και τραυματιών σε σχέση με τους σεισμούς ενδιάμεσου βάθους, οι οποίοι στην Ελλάδα εκδηλώνονται κυρίως στο Νότιο Αιγαίο», αναφέρει η δρ Τριανταφύλλου.
Από την ανάλυση των επτά πλέον καταστροφικών σεισμών των τελευταίων 220 ετών προκύπτει ότι οι έξι ήταν επιφανειακοί, ενώ μόνον ένας παρουσίαζε εστία σε βάθος άνω των 60 χιλιομέτρων — ο σεισμός της Κρήτης το 1856, ενδιαμέσου βάθους και μεγέθους 7,5 ρίχτερ. «Συμπεραίνουμε ότι οι σεισμοί ενδιάμεσου βάθους πρέπει να έχουν σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος για να εξελιχθούν σε καταστροφικά γεγονότα. Αντίθετα, στους επιφανειακούς σεισμούς σοβαρές βλάβες μπορεί να προκληθούν ακόμη και με αισθητά μικρότερα μεγέθη, όπως συνέβη στην Αττική το 1999», επισημαίνει η δρ Ιωάννα Τριανταφύλλου.
Άλλοι κρίσιμοι παράγοντες που καθορίζουν το αποτέλεσμα ενός σεισμού είναι η απόσταση του επικέντρου από μεγάλα αστικά κέντρα και το αν η σεισμική εστία είναι υποθαλάσσια ή χερσαία. «Άλλες σημαντικές παράμετροι είναι η απόσταση του επικέντρου από μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και το αν η σεισμική εστία είναι υποθαλάσσια ή όχι – είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα έχουν εκδηλωθεί ισχυροί σεισμοί που δεν συμπεριελήφθησαν στη βάση δεδομένων, καθώς ήταν υποθαλάσσιοι και δεν ήταν τόσο καταστροφικοί», προσθέτει η δρ Τριανταφύλλου.
Η βάση δεδομένων προσφέρει, επίσης, αναθεώρηση ιστορικών εκτιμήσεων: πολλαπλές πηγές, ασυνεπείς καταγραφές και λάθη στη μετάδοση στοιχείων έχουν διατηρήσει ψευδείς εντυπώσεις για παλαιότερα γεγονότα. Όπως αναφέρεται, για παράδειγμα, η πληροφορία ότι ο σεισμός του 464 π.Χ. σκότωσε 20.000 ανθρώπους στη Σπάρτη είναι αβέβαιη και απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση, ενώ περιστατικά όπως ο σεισμός της Χάλκης το 1843 επανεκτιμήθηκαν και απέδειξαν μικρότερου βαθμού επιπτώσεις απ’ ό,τι προηγουμένως πιστευόταν.
Στην κλίμακα των δομικών απωλειών, οι σεισμοί του Ιονίου το 1953 κατέστρεψαν ολοσχερώς περίπου 31.000 κτίρια και μερικώς άλλα 4.500. Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης το 1978 κατέστρεψε ολοσχερώς 9.500 κτίρια και προκάλεσε μερικές ζημιές σε άλλες 91.000, ενώ οι σεισμοί των Αλκυονίδων το 1981 οδήγησαν σε ολοσχερή κατάρρευση 22.500 κτιρίων και μερικές βλάβες σε άλλες 62.000.
Οι συντάκτες της μελέτης τονίζουν ότι η καλύτερη άμυνα απέναντι στον αναπόφευκτο σεισμικό κίνδυνο δεν είναι ο περιορισμός των δονήσεων —αυτό είναι ανέφικτο— αλλά η συνεχής επένδυση σε ασφαλέστερες κατασκευές και ανθεκτικότερες υποδομές: «ο σεισμός είναι αναπόφευκτος· η καταστροφή όμως δεν είναι».
Η νέα βάση δεδομένων, σύμφωνα με τους ερευνητές, όχι μόνο είναι η πρώτη που δημοσιεύεται για τους σεισμούς της Ελλάδας σε αυτό το επίπεδο λεπτομέρειας, αλλά ανήκει και στις ελάχιστες αντίστοιχες σε εθνικό επίπεδο παγκοσμίως. Πιστεύουν ότι θα φανεί χρήσιμη σε σεισμολόγους, μηχανικούς, ιστορικούς, εκπαιδευτικούς και άλλους επιστήμονες, ενώ σύντομα προγραμματίζεται η επέκτασή της και στην προ του 1800 μ.Χ. περίοδο.
Ο Γεράσιμος Α. Παπαδόπουλος είναι πρόεδρος της πρωτοβουλίας Safe Greece και συνεργάτης της UNESCO.

