Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε πως το πρωτόκολλο συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν «έχει τελειώσει», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αμερικανικών πληγμάτων, μετά τις ιρανικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων σε χώρες του Κόλπου.
Η όξυνση ήρθε κατόπιν αμερικανικών πλήγματων σε ιρανικούς στόχους, που είχαν εξαπολυθεί ως αντίποινα για επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ. Το Ιράν, με τη σειρά του, δήλωσε ότι έπληξε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, ενώ οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν πως χρησιμοποίησαν πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον 85 αμερικανικών εγκαταστάσεων και πως κατέρριψαν ένα MQ-9.
Αμερικανός αξιωματούχος και η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (Centcom) τόνισαν ότι δεν υπήρξαν τραυματισμοί ή σοβαρές ζημιές, καθώς «όλοι οι πύραυλοι και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη» αναχαιτίστηκαν, ενώ το αμερικανικό Πεντάγωνο ανέφερε ότι καταστράφηκαν περισσότερες από 60 λέμβοι των Φρουρών της Επανάστασης. Ο Τραμπ επιβεβαίωσε επίσης ότι οι ΗΠΑ έπληξαν 28 πλοιάρια, προσθέτοντας πως ίσως υπάρξουν νέα πλήγματα.
Η κλιμάκωση έπληξε άμεσα τις αγορές: η τιμή του πετρελαίου Brent παράδοσης Σεπτεμβρίου ξεπέρασε τα 80 δολάρια το βαρέλι, με άνοδο περίπου 8%, ενώ το αμερικανικό αργό (WTI) παράδοσης Αυγούστου διαμορφώθηκε στα 75,83 δολάρια, καταγράφοντας άνοδο 7,65%. Την ίδια ώρα οι δείκτες στη Wall Street υποχωρούσαν: ο Dow Jones και ο S&P 500 κατέγραφαν πτώση.
Από πολιτικής πλευράς, πριν από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ ο Τραμπ είχε πει πως, κατά τη γνώμη του, το μνημόνιο συνεννόησης «έχει τελειώσει», χαρακτηρίζοντας τους Ιρανούς «αποβράσματα» και «άρρωστους». Παρά ταύτα, άφησε ανοιχτό να συνεχίσουν οι διαπραγματεύσεις «αν το θέλουν», αν και ο ίδιος το θεωρεί απίθανο. Πηγή με γνώση των συνομιλιών στην Άγκυρα σημείωσε ότι ο Τραμπ δεν επανέλαβε αυτές τις δηλώσεις στους ηγέτες του ΝΑΤΟ, ενώ πριν από τη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι προειδοποίησε: «Θα τους πλήξουμε σκληρά απόψε».
Οι εχθροπραξίες υπονόμευσαν την εύθραυστη συμφωνία εκεχειρίας που είχε υπογραφεί στις 17 Ιουνίου και έθεσαν υπό αμφισβήτηση την προοπτική μόνιμης ειρηνευτικής λύσης. Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει με τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στις 28 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, οκτώ στρατιώτες σκοτώθηκαν από τα αμερικανικά πλήγματα στο νότιο Ιράν, σε βάσεις στο Μπαντάρ Αμπάς και το Μπουσέρ. Το Κεντρικό Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων του Ιράν, Χάταμ αλ Ανμπίγια, χαρακτήρισε τα πλήγματα «κατάφωρη επιθετική ενέργεια» και προειδοποίησε για «συντριπτική απάντηση». Ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ κατήγγειλε τις ΗΠΑ για παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, γράφοντας στην πλατφόρμα Χ: «Η εποχή του εκφοβισμού και του εκβιασμού τελείωσε. Δεν θα υποκύψουμε».
Οι νέες ιρανικές απειλές περιλαμβάνουν την επιβολή τελών διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ και κινήσεις παρεμπόδισης πλοίων που δεν ακολουθούν την εγκεκριμένη από την Τεχεράνη διαδρομή. Εταιρείες παρακολούθησης θαλάσσιων μεταφορών ανέφεραν ότι τουλάχιστον τέσσερα δεξαμενόπλοια έγιναν αναγκαστικά να αλλάξουν πορεία.
Διεθνείς αντιδράσεις ήρθαν από την ηγεσία του ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή διπλωματία: ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε χαρακτήρισε τις αμερικανικές επιθέσεις «απολύτως αναγκαίες», ενώ η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας έγραψε στην πλατφόρμα Χ ότι οι ανταλλαγές πυρών «περιπλέκουν τις ήδη εύθραυστες συνομιλίες» και χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις επιθέσεις του Ιράν στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ.
Στο πεδίο των οικονομικών κυρώσεων, βάσει της ενδιάμεσης συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε επιτρέψει προσωρινά την πώληση ιρανικού πετρελαίου έως τις 21 Αυγούστου. Η άδεια αυτή ακυρώθηκε, δίνοντας στο Ιράν προθεσμία μέχρι τις 17 Ιουλίου για να ολοκληρώσει τις συναλλαγές του. Το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν καταδίκασε την απόφαση ως παραβίαση του πλαισίου συμφωνίας και προειδοποίησε ότι θα λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των εθνικών της συμφερόντων».
Παρά την πληθώρα δηλώσεων και την αύξηση της έντασης, παραμένει ασαφές αν οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν ή αν η Ουάσινγκτον θα προχωρήσει σε εμπλοκή πλήρους κλίμακας.

