Δώδεκα ημέρες μετά τον φονικό σεισμό που συγκλόνισε τη Βενεζουέλα, η καθημερινότητα στις πληγείσες περιοχές παραμένει εφιαλτική: δρόμοι και γειτονιές γεμάτες συντρίμμια, σπίτια κατεστραμμένα και χιλιάδες άνθρωποι σε αναζήτηση των δικών τους. Οι επιχειρήσεις διάσωσης συνεχίζονται ασταμάτητα, σε ένα περιβάλλον όπου κάθε μετακίνηση και κάθε πέτρα μπορεί να κρύβει είτε ελπίδα είτε νέα τραγωδία.
Στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», πριν επιβιβαστεί για Θεσσαλονίκη, βρεθήκαμε με τον Μίλτο Μπενάκη, πρόεδρο της επίλεκτης ομάδας ειδικών αποστολών της πόλης, που πέταξε με τη δική του ομάδα για τη Βενεζουέλα την Τετάρτη. Η σκέψη του στην επιστροφή συνοψίζεται στην ίδια εικόνα της καταστροφής: «Η καταστροφή που προκαλεί ο σεισμός, όπου και εάν βρεθείς, έχει το ίδιο αποτύπωμα και στίγμα. Σκέφτομαι, πότε θα αναρρώσουν αυτοί οι άνθρωποι, πότε θα μπουν σε κατοικήσιμα σπίτια, και πότε η περιοχή θα γίνει αυτή που ήταν».
Οι διασώστες, λέει ο κ. Μπενάκης, δοκιμάζουν τα ανθρώπινα όριά τους: «σκάβουν» με ό,τι μέσο έχουν, συχνά με ελάχιστο εξοπλισμό, και δίνουν μάχη με το χρόνο και την εξάντληση. Η ελληνική ομάδα χρειάστηκε να προσαρμοστεί και να συνεργαστεί με ξένες αποστολές, επιχειρώντας υπό δύσκολες συνθήκες ασφαλείας και επιτήρησης.
Αναλυτικά, όπως περιέγραψε ο ίδιος: «Ουσιαστικά επιχειρούσαμε με βάση τον γενικό σχεδιασμό των Τούρκων με τους οποίους και συνεργαστήκαμε, όπως και με τους Γάλλους. Βρισκόμασταν στα κέντρα επιχειρήσεων των μεγάλων ομάδων και γινόμασταν ένα κομμάτι μαζί τους. Το δύσκολο ήταν πως δεν υπήρχε “ασφάλεια πεδίου”, γεγονός το οποίο δυσκόλευε το έργο μας, ενώ υπήρχε και ζήτημα με τις μετακινήσεις. Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα και υπήρχε παντού η εποπτεία του στρατού και της αστυνομίας, που ουσιαστικά παρακολουθούσαν κάθε μας κίνηση».
Στη Λα Γκουάιρα, μια από τις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο, το θέαμα ήταν συγκλονιστικό: κάτοικοι σε απόλυτο πανικό ψάχνουν για συγγενείς ανάμεσα σε ερείπια, ενώ πολλοί επιχειρούν μόνοι τους, με τα ίδια τους τα χέρια. Ο κ. Μπενάκης περιγράφει την απελπισία επί τόπου με σκληρές εικόνες: «Έβλεπα κάτοικους σε απόλυτο πανικό, απεγνωσμένοι να περιμένουν να βγει ο συγγενής τους από τα ερείπια. Με τα ίδια τους τα χέρια έσκαβαν, προσπαθούσαν να χωθούν σε λαγούμια σαν τα ποντίκια. Εκείνη την στιγμή, νομίζουν πως γνωρίζουν πού βρίσκεται ο άνθρωπός τους κάτω από τα συντρίμμια, αλλά δεν είναι έτσι. Δεν γίνεται να έχουν την αίσθηση του χώρου σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι ίδιοι τραυματίζονταν επειδή επιχειρούσαν χωρίς την κατάλληλη ένδυση, με αποτέλεσμα να πρέπει να τους φροντίσουμε. Δεν τους ενδιέφερε τίποτα, δεν ζητούσαν άδεια, παρά μόνο έσκαβαν και έπεφταν πάνω σε σίδερα. Αυτό δείχνει την αγωνία τους, ότι μπορεί ο οικείος τους να είναι ζωντανός, και θα κάνουν τα πάντα για αυτόν».
Η ελληνική ομάδα συμμετείχε επίσης σε διακομιδές τραυματιών προς πρόχειρες υγειονομικές δομές, καθώς τα νοσοκομεία είχαν υπερφορτωθεί. Παρά το κλείσιμο του «παραθύρου» για εντοπισμό επιζώντων όσο περνούν οι ημέρες, δεν σταματούν οι απόπειρες: κάθε περιστατικό διάσωσης δίνει δύναμη στις ομάδες. Μία τέτοια συγκλονιστική στιγμή ήταν ο απεγκλωβισμός ενός 44χρονου, αρκετές ημέρες μετά τον σεισμό — όπως λέει ο κ. Μπενάκης, «Ήμασταν εκεί όταν βγήκε ζωντανός. Φώναζαν όλοι και συντάχθηκαν στον ίδιο σχεδιασμό προκειμένου να απεγκλωβιστεί γρήγορα και σωστά. Αυτή ήταν μία σοκαριστική στιγμή
Παρά τις επιχειρήσεις διάσωσης, η κατάσταση στις υποδομές δημιουργεί νέα, σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας. Η έλλειψη καθαρού νερού και η καταστροφή της αποχέτευσης έχουν οδηγήσει σε κρούσματα και φόβους εξάπλωσης ασθενειών. Όπως επισημαίνει στους New York Times η Σουσάνα Αρόγιο, εκπρόσωπος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου στο Καράκας, στην πολιτεία Λα Γκουάιρα «το εμφιαλωμένο νερό παραμένει η μόνη επιλογή για μπάνιο, πλύσιμο δοντιών και χεριών, μαγείρεμα και κάθε άλλη χρήση». Επιπλέον, όπως μεταφέρει η ίδια: «Το ίδιο ισχύει και για την αποχέτευση που έχει καταστραφεί και η πρόσβαση σε τουαλέτες είναι περιορισμένη και σε ορισμένες δε περιοχές ανύπαρκτη».
Η δυσοσμία, η έλλειψη πόσιμου νερού και τα πρώτα κρούσματα χολέρας ανάγκασαν διεθνή συνεργεία να αναδιπλωθούν σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ η δυσχέρεια στην παροχή καθαρού νερού πολλαπλασιάζει τους κινδύνους μόλυνσης. Στο πλαίσιο αυτό, οι ανάγκες για αποκατάσταση υποδομών και εκτεταμένη ανθρωπιστική βοήθεια είναι επείγουσες.
Σύμφωνα με τον τελευταίο επίσημο απολογισμό, από το διπλό χτύπημα του Εγκέλαδου (εντάσεις 7,2 και 7,5 Ρίχτερ) οι νεκροί πλησιάζουν τους 3.000 και οι τραυματίες ξεπερνούν τους 16.000. Ωστόσο, εκφράζονται φόβοι ότι ο τραγικός απολογισμός θα αυξηθεί, καθώς ο ΟΗΕ εκτιμά πως οι αγνοούμενοι μπορεί να φτάσουν μέχρι και τους 50.000 — ενώ η κυβέρνηση δεν έχει ανακοινώσει επίσημο αριθμό. Επιπλέον, πάνω από 16.000 άνθρωποι έχουν μείνει άστεγοι, με τουλάχιστον 856 κτίρια να έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές ή να έχουν καταστραφεί ολοσχερώς.
Οι ομάδες διάσωσης, εθελοντές και κάτοικοι παραμένουν στις πρώτες γραμμές, παλεύοντας με την κούραση και τις δυσκολίες, καθώς η χώρα προσπαθεί να μετρήσει τις πληγές της και να οργανώσει την ανάκαμψη.»

