Η Βουλή ψήφισε σήμερα τη νομοθετική ρύθμιση που φέρνει ριζικές αλλαγές για περισσότερους από 100.000 ενήμερους δανειολήπτες ενταγμένους στο καθεστώς του νόμου Κατσέλη, με στόχο την άμεση ανακούφιση όσων εξυπηρετούν κανονικά τις οφειλές τους.
Το υπουργείο Οικονομικών, παρουσιάζοντας τη ρύθμιση στις 23 Ιουνίου 2026, απάντησε σε εννέα βασικά ερωτήματα για τη διαδικασία και τα νέα δεδομένα. Κεντρική επιδίωξη είναι η μείωση των μηνιαίων δόσεων, η ταχύτερη αποπληρωμή των δανείων και η μεγαλύτερη διαφάνεια στον τρόπο υπολογισμού των τόκων.
Πρακτικά, οι μηνιαίες δόσεις μειώνονται σημαντικά καθώς ο τόκος πλέον υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί ολόκληρου του υπόλοιπου κεφαλαίου. Ο υπολογισμός αυτός εφαρμόζεται κατά τρόπο ενιαίο και προβλέπεται ότι αφορά το διάστημα των 30 ημερών που μεσολαβεί μεταξύ δύο δόσεων, αποσαφηνίζοντας έτσι τις διαφορετικές ερμηνείες που προέκυψαν μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου.
Παράλληλα, η ρύθμιση αναγνωρίζει αναδρομικά τα επιπλέον ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί και τα συμψηφίζει υπέρ του δανειολήπτη, μειώνοντας είτε το υπόλοιπο του δανείου είτε τον αριθμό των δόσεων. Αυτή η αναδρομικότητα δεν προβλεπόταν ρητά από την απόφαση του Αρείου Πάγου — τη θεσπίζει η νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της αλλαγής, το παράδειγμα που παρατέθηκε δείχνει τα εξής: δανειολήπτης με υπόλοιπο 144.500 ευρώ τον Ιανουάριο του 2024, με την παλαιά μέθοδο θα πλήρωνε 731 ευρώ μηνιαίως για 300 μήνες. Με τη νέα μέθοδο η δόση πέφτει στα 483 ευρώ (482 ευρώ κεφάλαιο και 1 ευρώ τόκος). Εάν είχε καταβάλλει την προγενέστερη δόση των 731 ευρώ για 30 μήνες, το υπερβάλλον ποσό 7.440 ευρώ αφαιρείται από τις επόμενες δόσεις και ο αριθμός τους μειώνεται από 270 σε 255, με την τελευταία δόση να ανέρχεται σε 266 ευρώ. Συνολικά, αντί να επιβαρυνθεί με 74.852 ευρώ σε τόκους, θα πληρώσει μόλις 411 ευρώ.
Η ρύθμιση, σύμφωνα με την κυβέρνηση, πετυχαίνει τέσσερα κρίσιμα αποτελέσματα:
- Εφαρμογή ενιαίας ερμηνείας της απόφασης του Αρείου Πάγου, ώστε κανένας συνεπής δανειολήπτης να μην χρειαστεί να προσφύγει ξανά στα δικαστήρια.
- Μείωση του κόστους αποπληρωμής μέσω του νέου τρόπου υπολογισμού του τόκου.
- Αναγνώριση και συμψηφισμός αναδρομικών καταβολών υπέρ του δανειολήπτη.
- Δίκαιος επιμερισμός του κόστους μεταξύ τραπεζών και του προγράμματος εγγυήσεων ΗΡΑΚΛΗΣ, ανάλογα με την περίοδο είσπραξης των ποσών.
Οι δανειολήπτες ωφελούνται έτσι άμεσα: από τη μία μείωση της μηνιαίας δόσης (με τόκο που πλέον αντιστοιχεί μόνο σε έναν μήνα) και από την άλλη αναγνώριση των επιπλέον ποσών που κατέβαλαν σε προηγούμενα χρόνια ως αποπληρωθέν κεφάλαιο, γεγονός που μειώνει και τη διάρκεια της ρύθμισης.
Υπάρχουν, ωστόσο, σαφείς εξαιρέσεις: δεν προβλέπεται αναδρομική επανεξέταση για υποθέσεις όπου η οφειλή έχει ήδη αποπληρωθεί και η κύρια κατοικία έχει διασωθεί, ή για υποθέσεις που έχουν παράξει νομικά αποτελέσματα μετά από μη καταβολή δόσεων για σειρά μηνών ή ετών. Το άνοιγμα χιλιάδων παλιών υποθέσεων θα δημιουργούσε σοβαρή νομική και συστημική αβεβαιότητα, καθώς πολλές στηρίζονται σε δικαστικές αποφάσεις δεκαετίας.
Οικονομικά, το συνολικό δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης εκτιμάται περίπου στα 700 εκατ. ευρώ. Αυτό προκύπτει από δύο συνιστώσες: περίπου 500 εκατ. ευρώ σε βάθος 20ετίας λόγω των χαμηλότερων δόσεων σε δάνεια συνολικού ύψους 16,5 δισ. ευρώ, και επιπλέον περίπου 200 εκατ. ευρώ λόγω της αναδρομικής εφαρμογής της ρύθμισης. Σημαντικό τμήμα του κόστους των αναδρομικών δεν θα βαρύνει το Δημόσιο, καθώς προβλέπεται να καλυφθεί από τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα.
Η νομοθετική παρέμβαση κλείνει έτσι τις ασάφειες που είχαν προκύψει μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τη χρονική διάρκεια υπολογισμού των τόκων και την τύχη των αναδρομικών. Με την ψήφιση γίνεται καθολικό, εφαρμόσιμο και άμεσα αξιοποιήσιμο δικαίωμα για χιλιάδες δανειολήπτες, χωρίς νέες μαζικές προσφυγές στη δικαιοσύνη.

