Η ΕΥΠ ετοιμάζει το δικό της Μουσείο —ή, όπως το αποκαλούν οι υπεύθυνοι, Κέντρο Επισκεπτών— που σύμφωνα με πληροφορίες θα ανοίξει τις πόρτες του στις αρχές του 2027. Στους χώρους του θα εκτεθούν μικροκάμερες και μικρόφωνα πρακτόρων κρυμμένα σε γραβάτες και χαρτοφύλακες, «τρικ» αντικατασκοπίας, εξοπλισμός μεταφοράς πληροφοριών σε μικροφίλμ — ακόμη και μέσα σε σπιρτόκουτα — καθώς και «παιχνίδια» – γρίφοι με αναλύσεις πληροφοριών, αρχεία μυστικών υπηρεσιών από κρίσιμες περιόδους, παρουσίαση μεθόδων κρυπτογράφησης και αποκωδικοποιήσεων και ψηφιακά διαδραστικά συστήματα ενημέρωσης των πολιτών.
Το Μουσείο θα στεγαστεί σε ανακαινισμένο διώροφο κτίριο με ημιώροφο, συνολικής έκτασης άνω των 200 τ.μ., στη βάση που διαθέτει η Υπηρεσία στην Αγία Παρασκευή, στους πρόποδες του Υμηττού, ακριβώς δίπλα από το κτίριο όπου έχει έδρα το Κέντρο Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτοµίας (ΚΕΤΥΑΚ) της ΕΥΠ, το οποίο χειρίζεται την κυβερνοασφάλεια της χώρας.
Σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις, η είσοδος στο Κέντρο θα είναι δωρεάν για τους έλληνες πολίτες, ύστερα από ορισμένες διαδικασίες, με στόχο οι επισκέπτες «να πληροφορηθούν για πρώτη φορά για τα πεπραγμένα των σύγχρονων ελλήνων πρακτόρων αλλά και των παλαιότερων στρατιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας που ήταν προπομπός της ΕΥΠ», υπηρεσίας που συνεστήθη, ως μυστική υπηρεσία, το 1952 και μετονομάστηκε από ΚΥΠ σε ΕΥΠ το 1986.
Η επιλογή της συγκεκριμένης έδρας δεν είναι τυχαία: πρόκειται για τον ευρύτερο χώρο της Υπηρεσίας που απασχόλησε την πρόσφατη δίκη για τις υποκλοπές, καθώς υπήρξε πλήθος αναφορών ότι εντός αυτού λειτουργούσε τμήμα διαχείρισης του παράνομου λογισμικού Predator και ότι σε αυτόν γίνονταν μυστικές συναντήσεις των υπηρεσιακών παραγόντων που μεθόδευαν τη χρήση του.
Η δημιουργία του Μουσείου εντάσσεται, όπως αναφέρεται σε σχετικό έγγραφο της Υπηρεσίας, σε μια πρωτοβουλία «ενίσχυσης της εξωστρέφειας, αναγνωρίζοντας ότι η καλλιέργεια σχέσης εμπιστοσύνης με την κοινωνία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της αποστολής της». Παράλληλα το έγγραφο υπογραμμίζει ότι «στόχος είναι το κοινό να γνωρίσει καλύτερα την εθνική ασφάλεια, την αποστολή της ΕΥΠ και τις αξίες της», τονίζοντας ότι το Κέντρο θα είναι «ένας σύγχρονος χώρος με ψηφιακά διαδραστικά συστήματα, αρχειακό υλικό και ενημερωτικές δράσεις» που φιλοδοξεί να ενισχύσει την ιστορική μνήμη και την εθνική αυτογνωσία.
Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται μετά και τις αποκαλύψεις του 2022 για το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά και μετά από παλαιότερες ενδείξεις άστοχων επιχειρήσεων, παρασκηνιακών μεθοδεύσεων για εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων και διαρροών. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής, η ΕΥΠ τον Νοέμβριο του 2024 δημοσίευσε δελτία πληροφοριών που είχε συντάξει η τότε ΚΥΠ κατά τα γεγονότα της Κύπρου τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974, ενώ, όπως σημειώνεται, θα ακολουθήσουν και άλλες παρόμοιες δημοσιοποιήσεις ιστορικού υλικού.
Τι συμβαίνει στο εξωτερικό
Η πρωτοβουλία του ελληνικού Κέντρου Επισκεπτών ακολουθεί το παράδειγμα ξένων μυστικών υπηρεσιών. Στο Λάνγκλεϊ της Βιρτζίνια, η CIA διαθέτει μουσείο εντός των κεντρικών της γραφείων με χιλιάδες αντικείμενα κατασκοπείας — εξοπλισμό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ψυχροπολεμικά εκθέματα, κρυφές κάμερες, ειδικά όπλα και αντικείμενα από επιχειρήσεις όπως το Argo και το Project Azorian για την ανάκτηση του βυθισμένου σοβιετικού υποβρυχίου K-129 το 1974. Ωστόσο, το CIA Museum δεν είναι προσβάσιμο στο ευρύ κοινό λόγω της θέσης του εντός του αρχηγείου· παρέχει όμως εκτεταμένο ψηφιακό μουσείο και εικονικές εκθέσεις.
Ακόμη, η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (NSA) των ΗΠΑ διατηρεί μουσείο που θεωρείται ένα από τα πιο επιτυχημένα στον χώρο των πληροφοριών, με εκθέματα όπως μηχανές κρυπτογράφησης (π.χ. Enigma) και ιστορικά συστήματα υποκλοπών, ενώ αντίστοιχες συλλογές υπάρχουν και στις βρετανικές MI5 και MI6, κυρίως στο Μπλέτσεϊ Παρκ.
Στη Ρωσία και τις βαλτικές χώρες, η KGB δεν άφησε επίσημο κρατικό μουσείο, αλλά υπάρχουν ιδιωτικές και θεματικές εκθέσεις — όπως το πρώην KGB Spy Museum — που εστιάζουν στις μεθόδους παρακολούθησης και στις πρακτικές της υπηρεσίας.

