Η Βουλή ψήφισε νομοσχέδιο-ορόσημο που αναδιαμορφώνει σε βάθος το κληρονομικό δίκαιο, επιχειρώντας να εξορθολογήσει το ιδιοκτησιακό και οικογενειακό πλαίσιο στη χώρα. Οι νέες ρυθμίσεις, που δημοσιεύθηκαν ήδη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά εργαλεία με στόχο να ανταποκριθούν στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας και να περιορίσουν τη γραφειοκρατική ταλαιπωρία των κληρονόμων.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Μίνας Μουστάκα στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», στο νομοσχέδιο ενσωματώθηκαν προτάσεις που είχαν προκύψει μετά από επιστολές της ΠΟΜΙΔΑ προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης, μεταξύ των οποίων και η επέκταση της δυνατότητας σύναψης κληρονομικής σύμβασης διανομής μεταξύ συγκληρονόμων τόσο εν ζωή όσο και μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου.
Κεντρική καινοτομία του νέου πλαισίου είναι η ρητή αναφορά ότι η συμφωνία μεταξύ συγκληρονόμων μπορεί να λειτουργήσει αυτοτελώς ως αποδοχή της κληρονομίας. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνεται η διάταξη: «Σύμβαση μεταξύ συγκληρονόμων με την οποία διανέμεται η κληρονομία, ολόκληρη ή εν μέρει, ισχύει και ως αποδοχή της κληρονομίας από τους συμβαλλομένους».
Η πρακτική σημασία της διάταξης αναμένεται να είναι μεγάλη: διευκολύνει την άμεση και ουσιαστική διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων από κάθε συγκληρονόμο και απλουστεύει την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων, μειώνοντας τον κίνδυνο του εξ αδιαιρέτου κατακερματισμού περιουσιών και την ανάγκη για πολυετείς συμβολαιογραφικές πράξεις και μεταγραφές.
«ΤΑ ΝΕΑ» παρουσιάζουν τις βασικές ρυθμίσεις του νέου νόμου που ρυθμίζουν ζητήματα διαδοχής, διαθήκης και δικαιωμάτων επιζώντων και τρίτων προσώπων. Ακολουθούν οι κυριότερες προβλέψεις:
Συγκεκριμένα προβλέπεται:
1. Υπαρξη κληρονόμου. Κληρονόμος μπορεί να γίνει όποιος κατά τον χρόνο της επαγωγής βρίσκεται στη ζωή ή έχει τουλάχιστον συλληφθεί. Κληρονόμος μπορεί να γίνει και το τέκνο που γεννήθηκε ύστερα από μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση. Χρόνος της επαγωγής είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου.
2. Αυτοπρόσωπη σύνταξη. Η διαθήκη συντάσσεται μόνο αυτοπροσώπως και μόνο κατά τις διατυπώσεις που ορίζονται στον νόμο.
3. Κατάθεση ιδιόγραφης. Η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να κατατεθεί από τον διαθέτη αυτοπροσώπως σε συμβολαιογράφο για φύλαξη, σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις για την κατάθεση των εγγράφων.
4. Δημοσίευση διαθήκης. Ο συμβολαιογράφος στον οποίο υπάρχει διαθήκη οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να δημοσιεύσει τη διαθήκη στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα δημοσίευσης διαθηκών (Μητρώο Διαθηκών) που τηρείται από τους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της χώρας. Όποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να την εμφανίσει για δημοσίευση σε συμβολαιογράφο. Για τη δημοσίευση συντάσσεται πρακτικό στο οποίο καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη με περιγραφή τυχόν εξωτερικών ελαττωμάτων. Το κύρος της διαθήκης κρίνεται από το δικαστήριο. Ο συμβολαιογράφος φυλάσσει στο αρχείο του τα πρωτότυπα των διαθηκών που δημοσίευσε.
5. Διάταξη για τους φτωχούς ή απόρους. Όσα καταλείπονται στους φτωχούς ή απόρους χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι έχουν καταλειφθεί στον δήμο στον οποίο ο διαθέτης είχε την τελευταία κατοικία ή διαμονή του. Αν αυτή δεν βρισκόταν στην Ελλάδα, θεωρείται ότι έχουν καταλειφθεί στο Δημόσιο και ξοδεύονται για τους φτωχούς ή απόρους.
6. Κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου. Ο κληρονομούμενος μπορεί, με σύμβαση, να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει καταπίστευμα, κληροδοσία ή τρόπο και να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική του διαδοχή (κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου). Τιμώμενος μπορεί να είναι ο αντισυμβαλλόμενος ή τρίτος. Με την ίδια κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου μπορούν να διαθέτουν την περιουσία τους περισσότεροι. Η σύμβαση καταρτίζεται ενώπιον συμβολαιογράφου με αυτοπρόσωπη παρουσία των συμβαλλομένων.
7. Κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου έναντι ανταλλάγματος εν ζωή. Αν με την κληρονομική σύμβαση ο κληρονομούμενος διαθέτει την περιουσία του αιτία θανάτου έναντι εν ζωή ανταλλάγματος του αντισυμβαλλομένου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης του ανταλλάγματος μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Δικαίωμα υπαναχώρησης έχει και ο αντισυμβαλλόμενος, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως αν ο κληρονομούμενος διαθέτει εν ζωή την περιουσία του αντίθετα προς την κληρονομική σύμβαση ή με τη συμπεριφορά του καθιστά αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερή την εκπλήρωση του ανταλλάγματος. Η υπαναχώρηση γίνεται με δήλωση προς τον αντισυμβαλλόμενο και υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Οι γενικές διατάξεις για την υπαναχώρηση εφαρμόζονται αναλόγως.
8. Ο επιζών σύζυγος. Ο επιζών σύζυγος καλείται ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου με τους συγγενείς πρώτης τάξης στο τρίτο της κληρονομίας, αν συντρέχει με ένα τέκνο, και στο τέταρτο αν συντρέχει με δύο ή περισσότερα τέκνα. Με τους συγγενείς δεύτερης τάξης καλείται στο μισό της κληρονομίας. Επιπλέον, παίρνει ως εξαίρετο, ανεξάρτητα από την τάξη στην οποία καλείται, τα έπιπλα, σκεύη, ενδύματα και άλλα οικιακά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε μόνος ή μαζί με τον κληρονομούμενο. Αν υπάρχουν τέκνα του κληρονομουμένου, λαμβάνονται υπόψη και οι ανάγκες τους για λόγους επιείκειας. Αν στην κληρονομία περιλαμβάνεται ακίνητο που ήταν κύριος τόπος διαμονής του ζευγαριού, ο σύζυγος δικαιούται την αποκλειστική χρήση του χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος από τον θάνατο.
9. Πρόσωπο που συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση με τον κληρονομούμενο. Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος, το εξαίρετο περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από τον θάνατό του, ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν είχαν αποκτήσει κοινά τέκνα. Αν περιλαμβάνεται στο κληροδότημα ακίνητο που ήταν κύριος τόπος διαμονής του κληρονομούμενου και του προσώπου με το οποίο συνυπήρχε, το πρόσωπο δικαιούται υπό προϋποθέσεις την αποκλειστική χρήση του ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος από τον θάνατο. Αν δεν καλείται σύζυγος ή συγγενής, η κληρονομία περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα κατά τα τελευταία τρία έτη ή χωρίς περιορισμό αν είχαν κοινά τέκνα και αυτά εξέπεσαν.
10. Ευθύνη κληρονόμου. Ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εκτός αν δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα.

