Η επιτυχία δύο παραγωγών στη Ρόδο: Άφησαν τα γραφεία για να γίνουν αγρότες και μελισσοκόμοι

Share

Σε μια Ρόδο που φαίνεται να ταυτίζεται ολοκληρωτικά με τον τουρισμό, δύο ντόπιοι επέλεξαν να γυρίσουν στην παράδοση και στη γη — όχι ως διόρθωση πορείας αλλά ως συνειδητή επιλογή ζωής. Πείσμα για την επιβίωση, αγάπη για τη φύση και επιμονή για την επιτυχία είναι το τρίπτυχο που τους κράτησε όρθιους απέναντι στις δυσκολίες: ο Στέφανος Μακρής και ο Αντώνης Θεοδωράτος.

Ο Στέφανος, με ρίζες στη γεωργία και μνήμες από τις δουλειές στο χωριό Απολακιά, άρχισε ερασιτεχνικά δίπλα στον παππού του και πέρασε επαγγελματικά στη γεωργία γύρω στα 25. Με σπουδές στη λογιστική αλλά αντιμέτωπος με την κρίση και τους χαμηλούς μισθούς, βρήκε στον αγρό περισσότερο χώρο και ελευθερία. Η αρχή δεν ήταν εύκολη: δοκίμασε καινοτομίες — όπως την καλλιέργεια «μαύρου ντοματινιού» — που στην αγορά δεν είχαν ακόμη θέση και έμεινε απούλητο. Αντί όμως να το βάλει κάτω, επανεστίασε στα δεδομένα της τοπικής αγοράς και πέτυχε με πεπόνια, αξιοποιώντας δίκτυα πώλησης και στηρίζοντας την επιχείρησή του σε συνέργειες με ντόπιους επαγγελματίες.

«Αν έχω κάτι διδαχθεί μέσα από την ενασχόλησή μου όλα αυτά τα χρόνια, είναι το ότι έμαθα να υπομένω τις δύσκολες μέρες που έχει εκ των πραγμάτων το επάγγελμά μου και να ξεκινώ πάλι από την αρχή» επισημαίνει ο ίδιος μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ. Η στήριξη που βρήκε, όπως αναφέρει, ήρθε και από ανθρώπους της περιοχής — μεταξύ αυτών και ο Κώστας Θωμάς, σημερινός αντιδήμαρχος Ρόδου, στον οποίο ο Στέφανος δηλώνει ευγνώμων.

Η στροφή του σε πιο οργανωμένη παραγωγή υποστηρίχθηκε από ευρωπαϊκά προγράμματα: πριν από πέντε χρόνια ολοκλήρωσε επενδύσεις που άγγιξαν τα 300.000 ευρώ για τέσσερα στρέμματα θερμοκηπίων, νέο τρακτέρ και μηχανήματα, με επιδότηση 75% μέσω της Περιφέρειας. Η ενίσχυση αυτή, λέει, έδωσε «μεγάλη ώθηση» στον εκσυγχρονισμό και στην παραγωγική ικανότητα, καθώς αξιοποίησε όλα τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Παρά την πρόοδο, το επάγγελμα κρύβει σοβαρές προκλήσεις. Στη Ρόδο το κόστος παραγωγής επιβαρύνεται από μεταφορικά και γενικά έξοδα, ενώ η έλλειψη εργατικών χεριών περιορίζει τις φυτεύσεις: «Χωρίς χέρια δεν στήνονται μεγάλες καλλιέργειες, οπότε περιορίζουν φυτεύσεις σε όσα μπορούν να διαχειριστούν μόνοι τους», εξηγεί. Οι κλιματικές αλλαγές και οι καιρικές αβεβαιότητες μπορούν σε μια στιγμή να καταστρέψουν τον κόπο της χρονιάς — αλλά, όπως λέει ο Στέφανος, η γεωργία τον έκανε πιο δυνατό και αισιόδοξο.

«Επέλεξα τη γεωργία, επισήμανε μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο Στέφανος Μακρής, για την αγάπη μου στη φύση. Με κανένα άλλο επάγγελμα – είμαι σίγουρος, δεν θα αισθανόμουν έτσι. Κι ας έχει κούραση, άγχος και μεγάλο ρίσκο. Και για να μη «μιζεριάζουμε» συνέχεια, ναι, εγώ θα το πω, αν κάποιος ασχοληθεί συστηματικά και μεθοδικά, τα κέρδη που αποκομίζει είναι πάρα πολύ καλά. Αν με ρωτούσατε όμως, αν θα έλεγα σε ένα νέο να ασχοληθεί με τη γεωργία και τις καλλιέργειες, δεν ξέρω αν θα τον συμβούλευα να το κάνει. Γιατί είναι απαραίτητη προϋπόθεση, να αγαπά τη φύση, να αντέχει και να μην το βάζει κάτω με τις πρώτες δυσκολίες. Αν αυτά τα έχει, τότε ναι, ας δοκιμάσει.»

Η ιστορία του Αντώνη Θεοδωράτου ακολουθεί άλλη τροχιά αλλά με το ίδιο στίγμα αφοσίωσης στη φύση. Τρίτης γενιάς μελισσοκόμος από τη Σιάννα της Ρόδου, ο Αντώνης σπούδασε ηλεκτρολόγος σε τεχνική σχολή, μα η αγάπη για τις μέλισσες τον οδήγησε να μετατρέψει την οικογενειακή ενασχόληση σε επάγγελμα. Παρά τις δυσκολίες — από καιρικά φαινόμενα μέχρι το υψηλό κόστος καυσίμων και τις μεγάλες απαιτήσεις κεφαλαίου — κατάφερε να διατηρήσει βιώσιμη παραγωγή, συνδυάζοντας μετακινήσεις στα νησιά για θυμαρίσιο μέλι και συνεργασίες με μεγάλες εταιρίες ώστε να καλύπτεται η τοπική ζήτηση.

Η μελισσοκομία, όπως τις περιγράφει, απαιτεί διαρκή μάθηση και προσαρμοστικότητα. «Η μελισσοκομία είναι πρωτίστως αγάπη και διαρκής μάθηση – δήλωσε ο ίδιος. Δεν επαρκεί μια “τέχνη” τυπικά, καθώς οι συνθήκες αλλάζουν κάθε χρόνο. Χρειάζεται προσαρμοστικότητα στους καιρούς, στις νομές και στις βροχές, με χειρισμούς που διαφοροποιούνται ανά περίπτωση».

Ο Αντώνης μεταφέρει τις κυψέλες του στη Χάλκη και την Τήλο για να εξασφαλίσει καθαρό θυμαρίσιο μέλι, μια διαδικασία απαιτητική αλλά πιο προβλέψιμη σε σχέση με τις νομές της Ρόδου. Διαχειρίζεται περίπου 500 κυψέλες — κάθε κυψέλη φιλοξενεί από 10.000 έως 50–60.000 μέλισσες, ανάλογα με την περίοδο — και το σύνολο του πληθυσμού φτάνει σε πολλά εκατομμύρια, γεγονός που απαιτεί οργάνωση και συνεχείς επεμβάσεις.

Η γκάμα των προϊόντων του περιλαμβάνει ανοιξιάτικο μέλι, πευκόμελο, θυμαρίσιο από τα νησιά, συνδυασμούς πεύκου-θυμαριού και, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, μέλι από αγριολούλουδα. Τα προϊόντα απορροφώνται πλήρως στη Δωδεκάνησο, όπου η τοπική ζήτηση και οι επισκέπτες συμβάλλουν στη γρήγορη εξάντληση των αποθεμάτων.

Οι κίνδυνοι για τους μελισσοκόμους είναι πολλαπλοί: ανομβρία, καύσωνες, έντονες βροχοπτώσεις και φωτιές μεταφράζονται σε μειωμένες νομές και αυξημένο ρίσκο. «Πολλοί νέοι μπήκαν μετά την κρίση, επένδυσαν σημαντικά χωρίς τεχνογνωσία και εγκατέλειψαν λόγω δύσκολων χρονιών», σημειώνει ο Αντώνης, υπενθυμίζοντας πως η δουλειά απαιτεί πολύωρη, εντατική απασχόληση ειδικά την άνοιξη.

«Η δουλειά του μελισσοκόμου, δεν είναι στατική, ειδικά αν είσαι επαγγελματίας – τονίζει ο ίδιος. Έχει έντονη δραστηριότητα, ιδίως την άνοιξη, με ωράριο 14 ωρών από νωρίς το πρωί έως αργά τη νύχτα. Υπάρχουν και ήπιες ημέρες χωρίς εργασία, αλλά συνολικά το επάγγελμά μας είναι απαιτητικό και αδιάκοπο στις παραγωγικές περιόδους.

Η κοινή διαπίστωση και των δύο ανδρών είναι ότι δεν υπάρχουν μόνιμες συνταγές στην επαφή με τη φύση: χρειάζεται συνεχή παρατήρηση, προσαρμογή και, πάνω απ’ όλα, αγάπη για το αντικείμενο. Από τις πρωτόγονες απόπειρες έως τον εκσυγχρονισμό και τις μετακινήσεις στα νησιά, τόσο η γεωργία όσο και η μελισσοκομία στη Ρόδο παραμένουν επιλογές ζωής που απαιτούν θάρρος, υπομονή και πίστη στο αποτέλεσμα.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ