Ο πόλεμος στο Ιράν εισέρχεται απειλητικά στο οικονομικό προσκήνιο, προσθέτοντας ένα ακόμη στοιχείο αβεβαιότητας σε διεθνές επίπεδο, ήδη επιβαρυμένο από τη δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ και τις γεωπολιτικές εντάσεις του προηγούμενου έτους. Η σύγκρουση αναδεικνύει ξανά ένα θεμελιώδες ερώτημα: κατά πόσον οι γεωπολιτικές συρράξεις μπορούν να ανατρέψουν τις μακροοικονομικές ισορροπίες.
Στον πυρήνα της μετάδοσης βρίσκεται η αγορά ενέργειας. Η αβεβαιότητα για τη σταθερότητα μιας στρατηγικής γεωγραφικής ζώνης, μαζί με κινδύνους στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές υποδομές, αυξάνει το ασφάλιστρο κινδύνου στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτή η άνοδος δεν περιορίζεται στο άμεσο κόστος ενέργειας αλλά διαχέεται σε μεταφορές, αγροτική παραγωγή και βιομηχανία, πιέζοντας προς τα πάνω το κόστος παραγωγής και τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Το 2026 δεν βρίσκει την παγκόσμια οικονομία σε φάση υπερθέρμανσης αλλά σε περίοδο μειωμένης δυναμικής, με περιορισμένα περιθώρια πολιτικής και αυξημένη ευαισθησία σε εξωτερικά shocks. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν λειτουργούν ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου που μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη εύθραυστη ισορροπία.
Η νέα πραγματικότητα περιπλέκει ιδιαίτερα το έργο των νομισματικών αρχών. Οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να αντιμετωπίσουν ένα shock προσφοράς χωρίς να βλάψουν την πρόοδο στην ανάπτυξη: μια επιθετική σύσφιγξη θα επιβραδύνει υπερβολικά την οικονομία, ενώ η πρόωρη χαλάρωση μπορεί να υπονομεύσει την προσπάθεια συγκράτησης του πληθωρισμού και των προσδοκιών του.
Σε σενάριο παρατεταμένης έντασης και σημαντικής ανόδου των τιμών ενέργειας, η ταυτόχρονη σύσφιγξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών θα συμπιεστεί την παγκόσμια μεγέθυνση. Ωστόσο, μια παγκόσμια ύφεση δεν αποτελεί το βασικό σενάριο· το πιο πιθανό είναι ότι η οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με βραδύτερους ρυθμούς, δύσκολα φτάνοντας το 3% το 2026.
Παράγοντες μετριασμού των επιπτώσεων υπάρχουν: η ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας, που προβλέπεται να διατηρήσει ρυθμό άνω του 2%, η σχετική σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η ώθηση από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη λειτουργούν ως αντισταθμιστικοί μηχανισμοί. Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση, αναμένεται να κινηθεί πιο συγκρατημένα γύρω στο 1%.
Οι επιπτώσεις δεν θα είναι ομοιογενείς. Οι αναπτυγμένες οικονομίες διαθέτουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, ισχυρότερους θεσμούς και καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια. Πολλές αναδυόμενες αγορές, όμως, εκτίθενται περισσότερο: υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος και ευαισθησία στις διακυμάνσεις των διεθνών επιτοκίων τις θέτουν σε δυσμενέστερη μοίρα.
Επιπλέον, οι υψηλές προσδοκίες γύρω από τις αποδόσεις στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν έναν επιπλέον παράγοντα αβεβαιότητας. Παρότι οι μακροπρόθεσμες προοπτικές παραγωγικότητας παραμένουν ευνοϊκές, η συσσώρευση επενδύσεων και οι υψηλές αποτιμήσεις εμπεριέχουν τον κίνδυνο απότομης αναθεώρησης και ευρύτερων μακροοικονομικών συνεπειών.
Σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον, η αξιοπιστία και η ανεξαρτησία των νομισματικών αρχών αποκτούν κεντρική σημασία για τη διαχείριση των εντεινόμενων κινδύνων και για την αποτροπή ενός ανεξέλεγκτου σπιράλ πληθωρισμού-ανάπτυξης.
Ο Παναγιώτης Καπόπουλος είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Alpha Bank.

