Ο απολογισμός προκαλεί ανατριχίλα: μέσα στους πρώτους μήνες του 2026 μια αλυσίδα γυναικοκτονιών σε διαφορετικές περιοχές της χώρας φέρνει στην επιφάνεια μια αμείλικτη πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για στατιστική — είναι πρόσωπα, γυναίκες που δολοφονήθηκαν από άνδρες του στενού τους κύκλου, από συντρόφους, συγγενείς, ανθρώπους που γνώριζαν και εμπιστεύονταν.
Σε όλες τις περιπτώσεις καταγράφονται κοινά μοτίβα: η κακοποίηση που κλιμακώνεται, η προσπάθεια συγκάλυψης και, συχνά, η μετατροπή του ιδιωτικού σε έγκλημα. Τα περιστατικά συγκλόνισαν τοπικές κοινωνίες και έθεσαν ξανά στο επίκεντρο το ζήτημα της προστασίας και της αποτελεσματικότητας του νομικού πλαισίου.
Τον Απρίλιο στην Κρήτη μια γυναίκα βρέθηκε νεκρή μέσα στο αυτοκίνητό της από πυροβολισμό εξ επαφής. Ο βασικός ύποπτος, πρώην σύντροφός της, αργότερα έβαλε τέλος και στη δική του ζωή — μια υπόθεση που, σύμφωνα με τις Αρχές, συνδέεται με εμμονή και ανάγκη ελέγχου.
Τον Φεβρουάριο στον Κολωνό, η αρχική προσπάθεια να παρουσιαστεί ο θάνατος της γυναίκας ως ατύχημα καταρρίφθηκε από τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης: σημάδια επαναλαμβανόμενης κακοποίησης, παλιούς και πρόσφατους μώλωπες. Εις βάρος του συντρόφου της ασκήθηκε δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Στο Ζωγράφου μια ακόμη υπόθεση προκάλεσε αποτροπιασμό: μητέρα και κόρη εντοπίστηκαν νεκρές μέσα σε διαμέρισμα, σε συνθήκες που δείχνουν προσπάθεια συγκάλυψης. Για μήνες η απουσία τους δεν είχε δηλωθεί και οι εξηγήσεις που είχαν δοθεί στις Αρχές κρίθηκαν αντιφατικές. Δίωξη ασκήθηκε εις βάρος συγγενικού προσώπου για ανθρωποκτονία κατά συρροή.
Στον Εύοσμο, μια 59χρονη γυναίκα βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της. Τα ευρήματα παρέπεμπαν σε ασφυξία και πάλη, χωρίς ίχνη παραβίασης της οικίας, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι ο δράστης ήταν πρόσωπο οικείο και δεν προκάλεσε υποψίες με την είσοδό του.
Η νομική διάσταση παραμένει κρίσιμη. Όπως εξηγεί στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» η Μαρίνα Φαρμακίδη, δικηγόρος στο Κέντρο Διοτίμα, στο ελληνικό νομικό σύστημα υπάρχει ένα σχετικά εκτενές πλέγμα προστασίας απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία, αλλά απουσιάζει η τυποποίηση της γυναικοκτονίας. Αυτό, λέει, σημαίνει ότι “αποσιωπάται ο έμφυλος χαρακτήρας του εγκλήματος και δεν αποδίδεται σε νομικό επίπεδο το πραγματικό συνεχές της βίας – μέχρι και τη δολοφονία μιας γυναίκας, επειδή είναι γυναίκα”.
Σημειώνει επίσης ότι το άρθρο 82Α του Ποινικού Κώδικα, παρότι περιλαμβάνει την «ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά φύλου», ως βάση διάκρισης, δεν κατονομάζει ρητά το φύλο και συνεπώς έχει περιορισμένη πρακτική εφαρμογή στην αντιμετώπιση των γυναικοκτονιών. Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα, προσθέτει, είναι η δυνατότητα αναγνώρισης ελαφρυντικών στην ανθρωποκτονία, την οποία στην πράξη μπορεί να οδηγήσει σε δυσανάλογα χαμηλές ποινές.
Παρά ταύτα, η ίδια αναγνωρίζει ότι το ισχύον πλαίσιο —με αυτεπάγγελτη δίωξη, αυτόφωρη διαδικασία, υποστηρικτικές δομές και αυστηρότερη τιμώρηση σε περιπτώσεις τέλεσης ενώπιον ανηλίκων— καταδεικνύει θεσμική αναγνώριση της σοβαρότητας της έμφυλης βίας. Ωστόσο παραμένουν σημαντικά κενά, κυρίως στη διασύνδεση των επιμέρους ρυθμίσεων: ειδικά στο πεδίο της συνεπιμέλειας, η έλλειψη οριστικής καταδίκης κατά τον χρόνο προσωρινής ρύθμισης της γονικής μέριμνας μπορεί να οδηγήσει σε αποφάσεις που δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τον κίνδυνο για το θύμα.
Η Φαρμακίδη καταλήγει επισημαίνοντας ότι η ποινική διαδικασία και το οικογενειακό δίκαιο δεν «επικοινωνούν» σε πραγματικό χρόνο, με αποτέλεσμα η προστασία των θυμάτων να αποδυναμώνεται και η εμπιστοσύνη των επιζωσών στην έννομη τάξη να κλονίζεται — μια εμπιστοσύνη που, όπως υπογραμμίζει, είναι κρίσιμο να αποκατασταθεί.

