Η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και του Mercosur τίθεται σε προσωρινή ισχύ μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες διαπραγματεύσεων, σηματοδοτώντας τη δημιουργία μίας από τις μεγαλύτερες εμπορικές ζώνες παγκοσμίως, που καλύπτει περισσότερους από 700 εκατομμύρια πολίτες. Η κίνηση αυτή έχει σαφές γεωπολιτικό υπόβαθρο: η ΕΕ επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τις εμπορικές της συμμαχίες εν μέσω των εντεινόμενων παγκόσμιων ανακατατάξεων.
Η συμφωνία αφορά τις χώρες του Mercosur —Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη— και θεωρείται βασικός πυλώνας της νέας εμπορικής στρατηγικής των Βρυξελλών. Η Ευρώπη επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από παραδοσιακούς εταίρους, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θεωρούνται πλέον ο απόλυτα σταθερός σύμμαχος και η Κίνα ενισχύει την επιρροή της στην περιοχή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η εφαρμογή της συμφωνίας θα οδηγήσει σε αύξηση των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τις χώρες του Mercosur κατά περίπου 39% τα επόμενα χρόνια. Σήμερα οι εξαγωγές αυτές ανέρχονται σε περίπου 57 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ στον τομέα των υπηρεσιών προβλέπεται αύξηση κατά 17% από τα 29 δισεκατομμύρια ευρώ που καταγράφονται σήμερα.
Κεντρικό σημείο της συμφωνίας είναι η σταδιακή κατάργηση του 91% των δασμών στις ευρωπαϊκές εξαγωγές και η μείωση των μη δασμολογικών εμποδίων, όπως γραφειοκρατικές διαδικασίες και διοικητικές άδειες. Η απελευθέρωση αυτή αναμένεται να διευκολύνει την πρόσβαση ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα μικρομεσαίων, στις αγορές της Λατινικής Αμερικής.
Από την πλευρά του Mercosur, προβλέπεται η απελευθέρωση του 84% των δασμών για τα αγροτοβιομηχανικά προϊόντα, καθώς και ειδικά καθεστώτα ποσοστώσεων για προϊόντα όπως το βοδινό κρέας, τα πουλερικά, το καλαμπόκι και το ρύζι. Συγκεκριμένα, έχουν οριστεί ετήσιες ποσοστώσεις 99.000 τόνων για το βοδινό κρέας και 180.000 τόνων για τα πουλερικά.
Η συμφωνία φιλοδοξεί επίσης να ανακτήσει μέρος της επιρροής που έχασε η Ευρώπη στην περιοχή τα τελευταία χρόνια. Το 2000 το 30% των εισαγωγών των χωρών του Mercosur προερχόταν από την ΕΕ, ενώ η Κίνα κάλυπτε μόλις το 5%. Σήμερα η ΕΕ περιορίζεται στο 19% και η Κίνα έχει αυξήσει το μερίδιό της στο 27%.
Δεν λείπουν όμως οι αντιδράσεις. Στην Ευρώπη χώρες όπως η Γαλλία και η Πολωνία εκφράζουν έντονες ανησυχίες για τις επιπτώσεις στον αγροτικό τομέα, φοβούμενες πτώση τιμών και απώλεια εισοδήματος για παραγωγούς. Ορισμένες μελέτες εκτιμούν ότι οι τιμές του βοδινού κρέατος θα μπορούσαν να μειωθούν έως και 2%, αν και άλλες αναλύσεις υποστηρίζουν ότι η συνολική επίπτωση θα είναι περιορισμένη και θα αντισταθμιστεί από οφέλη σε άλλους τομείς.
Στη Λατινική Αμερική, και ιδίως στην Αργεντινή και στη Βραζιλία, υπάρχει ανησυχία για τον αντίκτυπο στη βιομηχανία: η ενίσχυση των ευρωπαϊκών εισαγωγών ενδέχεται να ασκήσει πρόσθετες πιέσεις σε τοπικούς παραγωγούς που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, παραμένουν ανοιχτά ζητήματα για την κατανομή των ποσοστώσεων μεταξύ των κρατών του Mercosur.
Μια ακόμη κρίσιμη παράμετρος είναι τα λεγόμενα «ρήτρα διασφάλισης», τα οποία επιτρέπουν στην Ευρώπη να περιορίσει προσωρινά τις εισαγωγές σε περίπτωση σοβαρής ζημίας για την εγχώρια παραγωγή. Η αποτελεσματική λειτουργία αυτών των μηχανισμών θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό το αν οι ανησυχίες των παραγωγών θα μετριαστούν.
Η επιχειρηματική κοινότητα υποδέχεται τη συμφωνία με σχετική ικανοποίηση, υπογραμμίζοντας ότι οι καθυστερήσεις των τελευταίων ετών κόστισαν σημαντικά σε χαμένες εξαγωγές —με ορισμένες μελέτες να υπολογίζουν το κόστος στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ τον μήνα. Η προσωρινή εφαρμογή επιδιώκει να επιταχύνει την αξιοποίηση των οικονομικών οφελών, χωρίς όμως την πλήρη επικύρωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Το μεγάλο στοίχημα πλέον είναι η εφαρμογή: η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν είναι απλώς ένα εμπορικό εργαλείο, αλλά μια δήλωση στρατηγικής κατεύθυνσης. Το αν θα επιτύχει θα εξαρτηθεί από το πώς η ΕΕ και οι εταίροι της θα ισορροπήσουν την ανάπτυξη με την προστασία των παραγωγών και με την επιδίωξη γεωπολιτικής αυτονομίας.

