Το Εθνικό Κέντρο Κυβερνοασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου (NCSC) προειδοποιεί ότι η χώρα δέχεται όλο και περισσότερες επιθέσεις υψηλής σημασίας, με τον αριθμό τους να έχει διπλασιαστεί μέσα σε μόλις ένα έτος. Όπως ανέφερε ο επικεφαλής του NCSC, Ρίτσαρντ Χορν, τα περιστατικά συμβαίνουν «κατά μέσο όρο τέσσερα την εβδομάδα» και πλέον «η πλειονότητα» αυτών των περιστατικών προέρχεται «άμεσα ή έμμεσα από κράτη».
Στην ομιλία του στο συνέδριο CyberUK στη Γλασκώβη, ο Χορν τόνισε ότι η «συνεχής υβριδική δραστηριότητα» συγκεκριμένων κρατών στοχεύει περιουσιακά στοιχεία σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, αναφέροντας ειδικά την Κίνα, το Ιράν και τη Ρωσία. Η ανάλυση του NCSC δείχνει ότι πλέον οι επιθέσεις δεν περιορίζονται σε κυβερνητικούς στόχους αλλά απειλούν και υποδομές, εταιρείες και ιδιωτικά δίκτυα της Βρετανίας.
Παράλληλα, το κέντρο διαπιστώνει ευρύτερη διάχυση εμπορικών λογισμικών κατασκοπίας: περίπου 100 χώρες, περισσότερα από τα μισά κράτη στον κόσμο, έχουν προμηθευτεί προϊόντα όπως το Predator της Intellexa και το Pegasus της NSO. Η δε κλίμακα απόκτησής τους, επισημαίνεται, «υποδηλώνει ότι τα εμπόδια για την απόκτηση τέτοιας τεχνολογίας από τα κράτη μειώνονται».
Οι ερευνητές του NCSC παρατηρούν επίσης ότι «το πεδίο των στόχων έχει «επεκταθεί» τα τελευταία χρόνια», με τραπεζίτες και πλούσια στελέχη επιχειρήσεων να δέχονται όλο και συχνότερα επιθέσεις, ενώ προϊόντα αυτού του κλάδου έχουν «χρησιμοποιηθεί για τη στοχοποίηση δημοσιογράφων και πολιτικών αντιφρονούντων σε όλο τον κόσμο».
Ο Χορν προειδοποίησε ότι βρισκόμαστε «εν μέσω μιας τέλειας καταιγίδας» στην κυβερνοασφάλεια και υπογράμμισε τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης στις μελλοντικές επιθέσεις: «Γνωρίζουμε ότι οι αντίπαλοί μας θα χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ)» και «ότι η επιτυχία μας ως αμυνομένων θα βασιστεί στην υιοθέτηση της AI για την άμυνα, τουλάχιστον εξίσου γρήγορα με την υιοθέτησή της από τους αντιπάλους για επίθεση».
Από το βήμα του ίδιου συνεδρίου, ο υπουργός Ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου Νταν Τζάρβις ζήτησε συνεργασία μεταξύ κυβέρνησης και κορυφαίων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης για την ανάπτυξη δυνατοτήτων κυβερνοάμυνας, στηρίζοντας την προστασία κρίσιμων εθνικών υποδομών με προηγμένα μοντέλα AI. «Η τεχνητή νοημοσύνη μειώνει τα εμπόδια εισόδου για τους αντιπάλους μας. Αυτοματοποιεί τις επιθέσεις. Εντοπίζει ευπάθειες σε κρίσιμα συστήματα ταχύτερα απ’ ό,τι οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων μπορεί να τα διορθώσει», τόνισε.
Ο βρετανός υπουργός έφερε ως παράδειγμα το νέο μοντέλο AI της Anthropic, το Mythos, το οποίο – σύμφωνα με τους ερευνητές της ίδιας της εταιρείας – είναι πολύ επικίνδυνο να διατεθεί στην αγορά λόγω της φερόμενης ικανότητάς του να επιτρέπει «τον εντοπισμό και την εκμετάλλευση εξελιγμένων τρωτών σημείων» σε σημαντικά λειτουργικά συστήματα. «Ούτε ο κλάδος της βιομηχανίας ούτε η κυβέρνηση μπορούν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα μόνοι τους», επισήμανε, προσθέτοντας: «Με λίγα λόγια, πρέπει να συνεργαστούμε, και δεν χάνουμε καθόλου χρόνο».
Κλείνοντας, ο Νταν Τζάρβις προειδοποίησε: «Μην απατάσθε»: «αυτή είναι μια προσπάθεια που αφορά ολόκληρες γενιές»… Το μήνυμα προς επιχειρήσεις και οργανισμούς είναι σαφές: η προτεραιοποίηση της κυβερνοασφάλειας δεν αποτελεί πλέον επιλογή αλλά αναγκαίο μέτρο επιβίωσης σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων και εξελισσόμενων απειλών.

