Η προτεινόμενη εξαγορά μιας μονάδας παραγωγής διοξειδίου του τιτανίου στη Βρετανία έχει πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις στον ευρωπαϊκό βιομηχανικό χώρο, με μεγάλες χημικές εταιρείες να ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ξεκινήσει επίσημη έρευνα κατά της κινεζικής LB Group. Η εξέλιξη αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς δεν πρόκειται μόνο για μία εταιρική πράξη, αλλά για ζήτημα που αγγίζει τη βιομηχανική πολιτική και την προστασία κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού στην Ευρώπη.
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η μονάδα της βρετανικής Venator στο Γκρίθαμ της βορειοανατολικής Αγγλίας, όπου παράγεται διοξείδιο του τιτανίου—ένα υλικό κρίσιμο για βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας, όπως η αεροδιαστημική και οι τεχνολογίες πράσινης ενέργειας. Η στρατηγική σημασία του υλικού αυξάνει το γεωοικονομικό βάρος της υπόθεσης.
Μια συμμαχία ευρωπαϊκών και διεθνών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων οι Tronox, Kronos Worldwide, Precheza και Cinkarna Celje, υπέβαλε καταγγελία υποστηρίζοντας ότι η LB Group επωφελείται από αθέμιτες κρατικές επιδοτήσεις. Οι καταγγέλλοντες φοβούνται ότι μέσω της εξαγοράς η LB Group θα έχει τη δυνατότητα να εξάγει προϊόντα στην ΕΕ παρακάμπτοντας τους αντιντάμπινγκ δασμούς που έχουν ήδη επιβληθεί από το 2025.
Οι δασμοί αντιντάμπινγκ είχαν επιβληθεί με στόχο την προστασία της ευρωπαϊκής αγοράς από φθηνές εισαγωγές που θεωρείται ότι στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Η ανησυχία των ευρωπαϊκών εταιρειών είναι ότι η μετακίνηση παραγωγικών δυνατοτήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να δημιουργήσει ένα «παραθυράκι» εκμετάλλευσης της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου μετά το Brexit, η οποία επιτρέπει τη διακίνηση προϊόντων χωρίς δασμούς υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει πλέον ένα νέο εργαλείο: τον κανονισμό για τις ξένες επιδοτήσεις, που επιτρέπει την έρευνα εταιρειών εκτός ΕΕ σε περιπτώσεις που υπάρχουν ενδείξεις κρατικής στήριξης που στρεβλώνει την αγορά. Εάν ενεργοποιηθεί για την υπόθεση της LB Group, θα πρόκειται για από τις πρώτες φορές εφαρμογής του σε συναλλαγή που αφορά εταιρεία εκτός ΕΕ, δημιουργώντας έτσι σημαντικό νομικό και πολιτικό προηγούμενο.
Παράλληλα, η βρετανική Competition and Markets Authority εξετάζει ήδη τη συμφωνία εξαγοράς και αναμένεται να ανακοινώσει την απόφασή της τους επόμενους μήνες. Η στάση του Λονδίνου θα είναι καθοριστική, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται εκτός του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου αλλά διατηρεί στενούς εμπορικούς δεσμούς με την Ένωση.
Η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση λόγω της ενισχυμένης παραγωγικής ικανότητας της Κίνας και των χαμηλότερων τιμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο Cefic, η Ευρώπη έχει χάσει περίπου το 9% της παραγωγικής δυναμικότητας από το 2022, με συνέπεια την απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, γεγονός που εντείνει την ευαισθησία απέναντι σε πιθανές πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού.
Η εξέλιξη της υπόθεσης θα παρακολουθηθεί στενά, καθώς η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ανοίξει επίσημη έρευνα ή όχι θα στείλει ισχυρό μήνυμα σχετικά με την πρόθεση της Ένωσης να προστατεύσει τις στρατηγικές της βιομηχανίες και να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για τη διασφάλιση του δίκαιου ανταγωνισμού σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

