Σημαντική εξέλιξη στην κοινωνική πολιτική της χώρας μας αποτελεί η επέκταση του επιδόματος κώφωσης-βαρηκοΐας, η οποία γιορτάζει σήμερα ένα χρόνο από την εφαρμογή της. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση έχει επιφέρει ουσιαστική βελτίωση στη ζωή χιλιάδων πολιτών, καταργώντας τον ηλικιακό περιορισμό που άφηνε πολλούς από αυτούς εκτός του συστήματος επιδοτήσεων.
Δίνοντας τη δυνατότητα χορήγησης μηνιαίου επιδόματος ύψους 391 ευρώ σε κωφούς και βαρήκοους με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, η κυβέρνηση κατάφερε να διπλασιάσει τον αριθμό των δικαιούχων, από 6.300 σε 12.200. Αυτή η αλλαγή αντανακλά την επιθυμία της πολιτείας να εξαλείψει τις αδικίες που υπήρχαν στο σύστημα. Όπως δήλωσε η Υπουργός, «κλείνουμε ήδη ένα χρόνο από μια σημαντική μεταρρύθμιση, που έβαλε τέλος σε μια χρόνια αδικία».
Η αύξηση του προϋπολογισμού για το επίδομα είναι επίσης αξιοσημείωτη. Από τα 2,5 εκατ. ευρώ που απαιτούνταν αρχικά, πλέον το συνολικό ποσό φθάνει τα 4,8 εκατ. ευρώ, καλύπτοντας τις ανάγκες των νέων δικαιούχων. Η Υπουργός σημείωσε ότι «αυτή η δαπάνη δικαιολογείται απολύτως από την πάγια ανάγκη που καλύπτει». Αν μη τι άλλο, η υλοποίηση της συγκεκριμένης πολιτικής έχει ήδη αποδειχθεί σωστή απόφαση.
Σύμφωνα με το ΦΕΚ που δημοσιεύθηκε, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης της οικονομικής ενίσχυσης ορίζεται ότι είναι στα χέρια του Οργανισμού Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ο.Π.Ε.Κ.Α.). Αξιοσημείωτο είναι ότι δικαιούχοι είναι όχι μόνο οι Έλληνες πολίτες, αλλά και άντρες και γυναίκες από κράτη μέλη της ΕΕ ή του ΕΟΧ, ομογενείς, πρόσφυγες και άτομα με καθεστώς διεθνούς ή επικουρικής προστασίας.
Η διαδικασία υποβολής αίτησης είναι απλή και συνοδευόμενη από υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου. Οι ήδη υφιστάμενοι δικαιούχοι εξακολουθούν να λαμβάνουν την ενίσχυση χωρίς να απαιτείται νέα αίτηση, ενώ οι νέες αιτήσεις μπορούν να υποβληθούν εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της απόφασης.
Τέλος, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η λήψη σύνταξης Δημοσίου ή άλλου ασφαλιστικού φορέα δεν εμποδίζει την καταβολή του επιδόματος, ενώ η χορήγηση του μπορεί να ανασταλεί σε περίπτωση απουσίας του δικαιούχου από τη χώρα για περισσότερο από έξι μήνες μέσα σε ένα έτος.

