Οι πρωταθλητές Ευρώπης βρήκαν αρκετά ελεύθερα τρίποντα, αλλά δεν κατάφεραν να τιμωρήσουν τον Ερυθρό Αστέρα για την επιλογή του να προστατεύσει τη ρακέτα. Οι μόλις οκτώ προσπάθειες των τριών σέντερ, οι 71 εκτελέσεις που απέφεραν 57 πόντους και η επιστροφή από το -22 με σχεδόν αποκλειστικούς εκφραστές τους Βεζένκοφ και Φουρνιέ αποκαλύπτουν τι πραγματικά πήγε στραβά και ποιο είναι το αγωνιστικό δίδαγμα για την ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα.
Τριάντα έξι φορές ο Ολυμπιακός εκτέλεσε πίσω από τη γραμμή των 6,75 μ., την ώρα που οι τρεις σέντερ του, οι οποίοι μοιράστηκαν ολόκληρο το σαραντάλεπτο, επιχείρησαν συνολικά μόλις οκτώ σουτ. Αυτή η αναλογία περιγράφει ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο αριθμό την επιθετική παγίδα στην οποία βρέθηκαν οι πρωταθλητές Ευρώπης απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα. Οι Σέρβοι έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία της ρακέτας, αποδέχθηκαν τον κίνδυνο των περιφερειακών εκτελέσεων και είδαν τον Ολυμπιακό να αδυνατεί να αξιοποιήσει τόσο τα ελεύθερα σουτ όσο και τις υπόλοιπες επιθετικές δυνατότητές του.
Η ήττα με 57-62 στη SUNEL Arena αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν εξετάσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε. Ο Ολυμπιακός είχε 17 περισσότερες προσπάθειες εντός παιδιάς, εξασφάλισε 18 επιθετικά ριμπάουντ και ανάγκασε τους φιλοξενούμενους σε 22 λάθη, χωρίς κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα να αποδειχθεί αρκετό για να τον οδηγήσει στη νίκη. Ακόμη και όταν η αμυντική του αντίδραση στο δεύτερο ημίχρονο τον έφερε από το -22 στο -2, εξακολουθούσε να αναζητεί επιθετικές λύσεις σχεδόν αποκλειστικά από δύο παίκτες, απέναντι μάλιστα σε έναν αντίπαλο που είχε χάσει εντελώς τη συνοχή του.
Το ιστορικό 5/36 στα τρίποντα δικαιολογημένα συγκεντρώνει την προσοχή, όμως θα ήταν επιφανειακό να αποδώσουμε ολόκληρη την ήττα σε μια εξαιρετικά άστοχη βραδιά. Ο Ερυθρός Αστέρας κατάφερε να περιορίσει τις εναλλακτικές πηγές παραγωγής και ο Ολυμπιακός δεν βρήκε τρόπο να ανατρέψει τις αμυντικές προτεραιότητες των Σέρβων, ακόμη και όταν ήταν φανερό ότι η περιφερειακή εκτέλεση δεν μπορούσε να τον συντηρήσει.
Τα ελεύθερα τρίποντα και το ρίσκο που δεν τιμωρήθηκε
Η αμυντική προσέγγιση του Ερυθρού Αστέρα είχε λογική με βάση τις αγωνιστικές συνθήκες. Ο Ολυμπιακός αντιμετώπιζε ήδη πρόβλημα αποτελεσματικότητας από την περιφέρεια, ο τραυματίας Μοντέρο και ο τιμωρημένος Ντόρσεϊ απουσίαζαν, ενώ ο Φουρνιέ επέστρεφε στη δωδεκάδα μετά από τρία παιχνίδια απουσίας στην EuroLeague. Η έλλειψη δύο σημαντικών επιθετικών λύσεων, σε συνδυασμό με την κατάσταση του Γάλλου, περιόριζε τις δυνατότητες δημιουργίας και προσωπικής εκτέλεσης των γηπεδούχων.
Οι Σέρβοι έδειξαν διατεθειμένοι να ζήσουν με αρκετά περιφερειακά σουτ, εφόσον κατάφερναν να δυσκολέψουν την πρόσβαση στη ρακέτα και να περιορίσουν τις συνεργασίες με τους ψηλούς. Δεν σημαίνει ότι κάθε ελεύθερη προσπάθεια του Ολυμπιακού αποτελούσε προσχεδιασμένη παραχώρηση, ούτε ότι όλοι οι σουτέρ εκτελούσαν χωρίς αμυντική πίεση. Η γενικότερη εικόνα, ωστόσο, ανέδειξε μια συγκεκριμένη αμυντική προτεραιότητα, η οποία αποδείχθηκε αποτελεσματική όσο οι ερυθρόλευκοι αδυνατούσαν να ευστοχήσουν από μακριά.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση, διότι τα 31 άστοχα τρίποντα δεν ήταν όλα αποτέλεσμα κακών επιλογών. Ο Μπαρτζώκας αναφέρθηκε μετά την αναμέτρηση στα πολλά ελεύθερα σουτ που δημιούργησε η ομάδα του, υποστηρίζοντας ότι υπήρξαν προσπάθειες με εξαιρετικές προϋποθέσεις από παίκτες που διαθέτουν την ικανότητα να ευστοχούν. Σε αρκετές περιπτώσεις η μπάλα κυκλοφόρησε σωστά και κατέληξε στον διαθέσιμο εκτελεστή, χωρίς όμως να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Hudl Instat, ο Ολυμπιακός είχε μόλις 1/14 τρίποντα έπειτα από υποδοχή της μπάλας, σε καταστάσεις catch and shoot. Πρόκειται για ένα στατιστικό που δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τις αφύλακτες προσπάθειες, αποτυπώνει όμως το μέγεθος της αναποτελεσματικότητας ακόμη και όταν η εκτέλεση προέκυπτε μέσα από πάσα.
Η αποτυχία ήταν σχεδόν καθολική. Βεζένκοφ και Φουρνιέ πέτυχαν και τα πέντε τρίποντα του Ολυμπιακού, με όλους τους υπόλοιπους παίκτες να ολοκληρώνουν την αναμέτρηση με 0/14. Ο Αστέρας δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει σταθερή περιφερειακή απειλή από περισσότερα πρόσωπα και μπορούσε να εξακολουθεί να δίνει μεγαλύτερη προσοχή στους χώρους κοντά στο καλάθι, γνωρίζοντας ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή το κόστος αυτής της επιλογής παρέμενε εξαιρετικά μικρό.
Το πρόβλημα για τον Ολυμπιακό δεν ήταν ότι συνέχισε να εκτελεί ελεύθερα τρίποντα. Μια ομάδα που στηρίζεται στην κυκλοφορία της μπάλας και στις σωστές αποφάσεις δεν έχει λόγο να αρνείται καλά σουτ επειδή οι προηγούμενες προσπάθειες δεν βρήκαν στόχο. Εκείνο που έλειψε ήταν η δυνατότητα να υποστηρίξει αυτή την επιλογή με διαφορετικούς τρόπους παραγωγής, ώστε η αντίπαλη άμυνα να αναγκαστεί να αντιμετωπίσει περισσότερα προβλήματα.
Οι σέντερ έμειναν εκτός επιθετικής εξίσωσης
Αν το 5/36 δείχνει την αποτυχία της περιφερειακής εκτέλεσης, οι μόλις οκτώ προσπάθειες των σέντερ φανερώνουν το πρόβλημα που δημιουργήθηκε στην επιθετική ανάπτυξη του Ολυμπιακού.
Ο Μιλουτίνοφ αγωνίστηκε 12:17 και έμεινε άποντος με 0/3 δίποντα, ο Χολ είχε τέσσερις πόντους με 2/2 σουτ σε 19:41 και ο Ταϊρίκ Τζόουνς πρόσθεσε τρεις πόντους σε 8:02. Συνολικά, η θέση «5» προσέφερε επτά πόντους με 3/8 δίποντα σε σαράντα λεπτά, χωρίς να αποτελέσει ουσιαστική πηγή παραγωγής απέναντι σε μια άμυνα που είχε θέσει ως προτεραιότητα την προστασία της ρακέτας.
Το αξιοσημείωτο δεν είναι μόνο ότι οι τρεις παίκτες σκόραραν ελάχιστα, καθώς ο Χολ, για παράδειγμα, ευστόχησε και στις δύο προσπάθειες που πήρε. Είναι κυρίως ότι ο Ολυμπιακός δεν κατάφερε να τους ενεργοποιήσει με συνέπεια, είτε μέσα από συνεργασίες με τους χειριστές είτε δημιουργώντας καλύτερες προϋποθέσεις για κοντινές εκτελέσεις.
Για την ομάδα του Μπαρτζώκα, αυτό συνιστά σοβαρή επιθετική απώλεια. Οι σέντερ αποτελούν σημαντικό μέρος της διαδικασίας με την οποία δημιουργούνται πλεονεκτήματα, μέσα από τα σκριν, τις συνεργασίες στο pick-and-roll, τις κινήσεις προς το καλάθι και τις πάσες που ακολουθούν όταν η άμυνα αναγκάζεται να μετακινηθεί. Η περιορισμένη συμμετοχή τους στην τελική εκτέλεση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι απουσίαζαν από όλες αυτές τις διαδικασίες, δείχνει όμως ότι ο Ολυμπιακός δεν κατάφερε να μετατρέψει τη δική τους παρουσία σε επαρκή επιθετική απειλή.
Η απουσία του Μοντέρο επηρέαζε τις διαθέσιμες επιλογές δημιουργίας, ενώ η πολύ κακή βραδιά του Μίλερ-ΜακΙντάιρ, ο οποίος έμεινε άποντος με μόλις μία ασίστ και τρία λάθη σε 21 λεπτά, περιόρισε ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα αξιοποίησης των ψηλών. Από τη στιγμή που η περιφέρεια δυσκολευόταν να δημιουργήσει σταθερά ρήγματα, η άμυνα των Σέρβων είχε λιγότερους λόγους να εγκαταλείψει την αρχική της προσέγγιση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Βεζένκοφ ολοκλήρωσε την αναμέτρηση με 8/11 δίποντα, όμως όλοι οι υπόλοιποι παίκτες του Ολυμπιακού είχαν συνολικά 9/24, δηλαδή μόλις 37,5%. Ο Βούλγαρος φόργουορντ κατάφερε να αξιοποιήσει την κίνησή του και την προσωπική του αποτελεσματικότητα κοντά στο καλάθι, χωρίς όμως να προκύψει ανάλογη συλλογική παραγωγή.
Η άμυνα του Αστέρα δεν εξαφάνισε κάθε δυνατότητα σκοραρίσματος μέσα στη ρακέτα, αλλά κατάφερε να δυσκολέψει σημαντικά την επιθετική λειτουργία των γηπεδούχων ως σύνολο.
Τα 18 επιθετικά ριμπάουντ κρύβουν μια διαφορετική πραγματικότητα
Η αριθμητική της αναμέτρησης είναι σχεδόν απίστευτη. Ο Ολυμπιακός εκτέλεσε 71 φορές εντός παιδιάς έναντι 54 του Ερυθρού Αστέρα, εξασφαλίζοντας 17 περισσότερες προσπάθειες, ενώ τα 22 λάθη των Σέρβων τού έδωσαν σημαντικές ευκαιρίες να καλύψει την επιθετική του αναποτελεσματικότητα.
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που διαφοροποιεί την ανάγνωση των 18 επιθετικών ριμπάουντ. Ο συγκεκριμένος αριθμός φαίνεται ιδιαίτερα μεγάλος, αλλά συνδέεται και με τις πάρα πολλές χαμένες προσπάθειες του Ολυμπιακού.
Με βάση τα διαθέσιμα ριμπάουντ, οι ερυθρόλευκοι εξασφάλισαν το 36,7% των διαθέσιμων επιθετικών ριμπάουντ, ενώ ο Ερυθρός Αστέρας είχε αντίστοιχο ποσοστό 35,7%. Η διαφορά τους, επομένως, ήταν ελάχιστη ως προς την αποτελεσματικότητα στις διεκδικήσεις μετά από άστοχα σουτ. Ο Ολυμπιακός είχε περισσότερες ανανεώσεις σε απόλυτους αριθμούς, κυρίως επειδή δημιουργούσε και πολύ περισσότερες τέτοιες ευκαιρίες με τη διαρκή αστοχία του.
Αυτό δεν μειώνει την προσπάθεια στις διεκδικήσεις, βοηθά όμως να κατανοήσουμε γιατί τα 18 επιθετικά ριμπάουντ δεν συνοδεύτηκαν από την ανάλογη παραγωγή. Οι ερυθρόλευκοι έκαναν πολλές δεύτερες προσπάθειες, χωρίς να καταφέρνουν να μετατρέψουν με συνέπεια αυτές τις επιπλέον κατοχές σε πόντους, την ώρα που η συνολική τους αποτελεσματικότητα παρέμενε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Με 17/35 δίποντα, 5/36 τρίποντα και 8/15 βολές, ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε το παιχνίδι με 34,5% eFG% και 36,7% true shooting, ενώ το εκτιμώμενο επιθετικό rating περιορίστηκε στους 80,5 πόντους ανά 100 κατοχές. Ακόμη και από τη γραμμή των βολών, όπου θα μπορούσε να βρει μια διέξοδο από την αστοχία, έχασε επτά προσπάθειες, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο μια ήδη εξαιρετικά προβληματική επιθετική βραδιά.
Η κατανομή των πόντων συμπληρώνει την εικόνα. Ο Βεζένκοφ πέτυχε 27 και ο Φουρνιέ άλλους δώδεκα, με τους δύο παίκτες να συγκεντρώνουν το 68,4% της συνολικής παραγωγής και να επιχειρούν 40 από τα 71 σουτ της ομάδας. Οι υπόλοιποι εννέα που χρησιμοποιήθηκαν είχαν αθροιστικά 18 πόντους με 6/31 σουτ, μια επίδοση που καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο για τον Ολυμπιακό να διατηρήσει επιθετική ισορροπία.
Ο Γουόρντ είχε 0/8 σουτ και μόλις τρεις πόντους από βολές, ενώ ο Φουρνιέ, παρά τους δώδεκα πόντους του, χρειάστηκε 19 προσπάθειες εντός παιδιάς και εμφανίστηκε επηρεασμένος από την αποχή του. Ο ίδιος ο Γάλλος παραδέχθηκε μετά την αναμέτρηση ότι η επιστροφή του επηρέασε τις ισορροπίες της ομάδας, αναγνωρίζοντας την προσωπική του αναποτελεσματικότητα. Με εννέα ασίστ και δεκατρία λάθη συνολικά, η επίθεση των πρωταθλητών Ευρώπης απείχε πολύ από τη συλλογική λειτουργία που χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία τους.
Η επιστροφή από το -22 που δεν έλυσε το επιθετικό πρόβλημα
Η εικόνα της αναμέτρησης θα μπορούσε να είχε αλλάξει εντελώς αν ο Ολυμπιακός ολοκλήρωνε την ανατροπή που ξεκίνησε στα μέσα της τρίτης περιόδου. Το γεγονός, όμως, ότι πλησίασε τόσο κοντά στη νίκη, παρά τη συνολική του αστοχία, χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία, ιδιαίτερα ως προς τη συνεισφορά της άμυνας και τα προβλήματα που παρουσίασε ο ίδιος ο Ερυθρός Αστέρας.
Στο πρώτο ημίχρονο οι ερυθρόλευκοι είχαν επιτρέψει στους Σέρβους να σημειώσουν 40 πόντους με 12/17 δίποντα και 5/11 τρίποντα, παρουσιάζοντας σημαντικές αδυναμίες στην αμυντική τους λειτουργία. Το καταστροφικότερο διάστημα ήρθε στο τελευταίο τρίλεπτο της δεύτερης περιόδου, όταν το 22-28 μετατράπηκε σε 22-40 με ένα αναπάντητο 12-0, το οποίο απέκτησε τεράστια βαρύτητα σε μια αναμέτρηση τόσο χαμηλής παραγωγής.
Όταν μάλιστα ο Αστέρας έφτασε στο 24-46, με 5:29 να απομένουν στην τρίτη περίοδο, ο Ολυμπιακός αντιμετώπιζε μια κατάσταση που έμοιαζε εξαιρετικά δύσκολο να ανατραπεί. Από εκείνο το σημείο, όμως, η αμυντική συμπεριφορά των γηπεδούχων βελτιώθηκε αισθητά, με μεγαλύτερη πίεση στην μπάλα, περισσότερη ενέργεια στις διεκδικήσεις και σημαντικές ενέργειες από παίκτες που μέχρι τότε δεν είχαν προσφέρει σχεδόν τίποτα επιθετικά.
Ο Κόντσαρ, στο ντεμπούτο του με τον Ολυμπιακό, έδωσε χρήσιμη αμυντική παρουσία, με δύο τάπες και παρεμβάσεις που δυσκόλεψαν τις επιθέσεις των Σέρβων, ενώ ο Βεζένκοφ πρόσφερε σημαντική βοήθεια και στην άμυνα, με κλεψίματα και ριμπάουντ που επέτρεψαν στον Ολυμπιακό να επιτεθεί σε καλύτερες συνθήκες. Η πίεση αύξησε τα προβλήματα του Αστέρα στην κυκλοφορία, χωρίς βέβαια να μπορεί να αποδοθεί κάθε λανθασμένη επιλογή των φιλοξενούμενων αποκλειστικά στην ερυθρόλευκη άμυνα.
Από το 24-46 μέχρι το 55-57, με 1:39 να απομένει για τη λήξη, ο Ολυμπιακός πραγματοποίησε επιμέρους 31-11, όμως η πιο ενδιαφέρουσα διαπίστωση αφορά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε αυτή η διαφορά.
Στα σχεδόν δεκατέσσερα λεπτά που μεσολάβησαν, ο Ερυθρός Αστέρας υπέπεσε σε επτά λάθη και σημείωσε μόλις τρία καλάθια εντός παιδιάς, ένα τρίποντο και δύο δίποντα, προσθέτοντας άλλους τέσσερις πόντους από βολές. Πρόκειται για εξαιρετικά χαμηλή παραγωγή, η οποία αποτυπώνει την επιθετική αποδιοργάνωση των Σέρβων, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι στο πρώτο ημίχρονο είχαν εκτελέσει με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα.
Η άμυνα του Ολυμπιακού συνέβαλε καθοριστικά στην αλλαγή, αλλά η κατάρρευση του αντιπάλου ήταν εξίσου σημαντικός παράγοντας. Οι φιλοξενούμενοι έχασαν τον έλεγχο της κατοχής, δυσκολεύτηκαν να βρουν καλές επιθετικές αποφάσεις και επέτρεψαν σε μια ομάδα που μέχρι τότε είχε περάσει σχεδόν ολόκληρο το παιχνίδι χωρίς επιθετικό ρυθμό να επιστρέψει στη διεκδίκηση της νίκης.
Εκείνο, όμως, που αξίζει ακόμη μεγαλύτερης προσοχής είναι ότι τους 26 από τους 31 πόντους της ερυθρόλευκης αντεπίθεσης πέτυχαν ο Βεζένκοφ και ο Φουρνιέ. Ο πρώτος σημείωσε δεκατέσσερις και ο δεύτερος δώδεκα, δηλαδή όλους τους προσωπικούς του πόντους στην αναμέτρηση, ενώ οι υπόλοιποι συνεισέφεραν μόλις πέντε.
Στο ίδιο διάστημα μπήκαν τέσσερα από τα πέντε τρίποντα ολόκληρης της βραδιάς, δύο από κάθε παίκτη. Η βελτίωση της περιφερειακής εκτέλεσης βοήθησε σημαντικά την επιστροφή, αλλά η επιθετική παραγωγή εξακολουθούσε να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις ατομικές δυνατότητες των δύο βασικών εκφραστών της.
Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην ανατροπή του σκορ και στην αποκατάσταση της επιθετικής λειτουργίας. Ο Ολυμπιακός βρήκε πόντους, αξιοποίησε την αμυντική του πίεση και πλησίασε σε απόσταση μιας κατοχής, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει περισσότερους αξιόπιστους δημιουργούς ή να έχει καταφέρει να ενεργοποιήσει αποτελεσματικά τους ψηλούς του.
Η συνέχεια επιβεβαίωσε πόσο εύθραυστη παρέμενε η κατάσταση. Ο Κολόκο πέτυχε ένα δύσκολο καλάθι για το 55-59, ο Φουρνιέ έκανε στη συνέχεια λανθασμένη πάσα προς τον Χολ και ο Κρις Τζόουνς ευστόχησε στο τρίποντο που διαμόρφωσε το 55-62, ουσιαστικά κρίνοντας την αναμέτρηση.
Ο Μπαρτζώκας στάθηκε μετά τον αγώνα στην προσπάθεια της ομάδας του να παίξει μπάσκετ προσωπικών ηρωισμών αντί να λειτουργήσει με μεγαλύτερη καθαρότητα, μια παρατήρηση που συνδέεται άμεσα με τη συνολική επιθετική εικόνα της βραδιάς.
Το μάθημα που αφήνει η παγίδα των Σέρβων
Ο Ολυμπιακός έχει αποδείξει στη φετινή EuroLeague ότι μπορεί να παραμένει ιδιαίτερα παραγωγικός ακόμη και όταν δεν βρίσκει στόχο από μακριά, αξιοποιώντας την αποτελεσματικότητα στα δίποντα, τις βολές, τη συνεργασία με τους ψηλούς και τις δεύτερες ευκαιρίες. Απέναντι στον Αστέρα, όμως, αυτές οι δυνατότητες περιορίστηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα η επίθεση να εξαρτηθεί υπερβολικά από την ευστοχία στην περιφέρεια και την προσωπική ποιότητα δύο παικτών.
Η παγίδα των Σέρβων δεν συνίστατο απλώς στην παραχώρηση ελεύθερων τριπόντων. Μια τέτοια αντιμετώπιση εμπεριέχει πάντοτε σημαντικό κίνδυνο και μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική αν ο αντίπαλος βρει ρυθμό. Η επιτυχία του Αστέρα προέκυψε επειδή συνδύασε αυτή την επιλογή με τον περιορισμό των υπόλοιπων επιθετικών λύσεων του Ολυμπιακού, ο οποίος δεν κατάφερε να τον υποχρεώσει να αλλάξει ουσιαστικά τις προτεραιότητές του.
Για τον Μπαρτζώκα, λοιπόν, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η άρνηση των ελεύθερων σουτ. Η αξιοποίησή τους αποτελεί βασική αρχή μιας σωστά οργανωμένης επίθεσης και δεν θα ήταν λογικό να εγκαταλειφθεί επειδή μια βραδιά εξελίχθηκε καταστροφικά. Εκείνο που χρειάζεται είναι η δυνατότητα να δημιουργούνται και διαφορετικά προβλήματα στην αντίπαλη άμυνα, ώστε η αποτελεσματικότητα του Ολυμπιακού να μη βρίσκεται σε τόσο μεγάλη εξάρτηση από μία συγκεκριμένη κατηγορία εκτελέσεων.
Η καλύτερη αξιοποίηση των σκριν, οι συνεργασίες με τους ψηλούς, οι επιθέσεις μετά από αμυντικά κλεισίματα και η κίνηση χωρίς την μπάλα μπορούν να προσφέρουν εναλλακτικές, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν οι κατάλληλες αποφάσεις και η δημιουργία για να τις υποστηρίξουν. Οι απουσίες των Μοντέρο και Ντόρσεϊ ασφαλώς δυσκόλεψαν το έργο του προπονητή, αλλά η ανάγκη να διατηρεί η ομάδα περισσότερους από έναν τρόπους παραγωγής παραμένει ανεξάρτητη από τη διαθεσιμότητα συγκεκριμένων παικτών.
Το 5/36 στα τρίποντα αποτελεί μια ακραία στατιστική επίδοση που δύσκολα θα επαναληφθεί με την ίδια ένταση. Οι μόλις οκτώ προσπάθειες των τριών σέντερ, όμως, η χαμηλή δημιουργία και η σχεδόν αποκλειστική εξάρτηση από Βεζένκοφ και Φουρνιέ είναι στοιχεία που αξίζει να απασχολήσουν περισσότερο τον Μπαρτζώκα, επειδή μπορούν να εμφανιστούν ξανά απέναντι σε αντιπάλους που θα επιλέξουν ανάλογη αμυντική προσέγγιση.
Άλλωστε, ο Ολυμπιακός είχε τις κατοχές για να νικήσει ακόμη και σε μια τόσο άστοχη βραδιά, ενώ η δική του αμυντική αντίδραση σε συνδυασμό με την επιθετική κατάρρευση του Αστέρα τού πρόσφερε μια δεύτερη ευκαιρία που δύσκολα θα μπορούσε να περιμένει μετά το -22. Δεν κατάφερε, ωστόσο, να βρει τη συλλογική επιθετική λειτουργία που θα του επέτρεπε να αξιοποιήσει αυτή την ευκαιρία.
Αυτό είναι το στοιχείο που αξίζει να κρατήσει από την αναμέτρηση στη SUNEL Arena: όταν ένας αντίπαλος επιλέγει να προστατεύσει τη ρακέτα και να αποδεχθεί το ρίσκο των περιφερειακών εκτελέσεων, ο Ολυμπιακός πρέπει να μπορεί να τον τιμωρήσει χωρίς να περιμένει αποκλειστικά από το τρίποντο να του δώσει τις απαντήσεις. Η ικανότητα να διατηρεί περισσότερες επιλογές στην επίθεση, ακόμη και κάτω από δύσκολες αγωνιστικές συνθήκες, είναι εκείνη που θα τον προστατεύσει από την επανάληψη μιας παρόμοιας παγίδας.

