Υπάρχουν όμως ιδιωτικά δάση στην Ελλάδα;

Share

Ιδιωτικά δάση στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά και σε ορισμένες περιπτώσεις καλύπτουν εκτάσεις χιλιάδων στρεμμάτων. Το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο, καθώς αρκετές από αυτές τις περιοχές αποτέλεσαν αντικείμενο διεκδικήσεων, δικαστικών αντιπαραθέσεων και διαδοχικών νομοθετικών ρυθμίσεων.

Όταν γίνεται λόγος για ιδιωτικά δάση, δεν εννοούνται όλες οι εκτάσεις που εμφανίζονται ως δασικές στους χάρτες, επειδή, για παράδειγμα, βρίσκονται κοντά σε ένα ρέμα. Πρόκειται για περιοχές στις οποίες ο ιδιοκτήτης διατηρεί δικαιώματα και μπορεί να θέσει όρους για τη χρήση τους, απαγορεύοντας, μεταξύ άλλων, το κυνήγι, την υλοτομία ή ακόμη και την πρόσβαση.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Το θεσμικό πλαίσιο άρχισε να διαμορφώνεται ουσιαστικά το 1836, όταν το ελληνικό κράτος κλήθηκε να ξεχωρίσει τις ιδιωτικές από τις δημόσιες δασικές εκτάσεις. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, μεγάλες περιοχές εμφανίζονταν καταχωρισμένες σε ιδιώτες, ως τσιφλίκια.

Σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του 1836 (ΦΕΚ Α’ 69/01.12.136), ιδιωτικά θεωρούνται μόνο τα δάση που είχαν μεταβιβαστεί σύμφωνα με τους νόμιμους οθωμανικούς τύπους και αποδεικνυόταν ότι ήταν ιδιόκτητα πριν από την έναρξη του Αγώνα για την Ανεξαρτησία.

Αδιαμφισβήτητα ιδιωτικά θεωρούνται επίσης τα δάση που βρίσκονται μέσα σε μεγάλες ιδιωτικές ιδιοκτησίες ή χωριά, δηλαδή σε τσιφλίκια. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι δασικές εκτάσεις δεν αναφέρονται ρητά στους τίτλους ιδιοκτησίας, αρκεί να προκύπτει ότι περιλαμβάνονται εντός των ορίων των συγκεκριμένων κτημάτων.

Μέχρι το 1915 ήταν δυνατή η απόκτηση κυριότητας σε δημόσια κτήματα, δάση και δασικές εκτάσεις μέσω έκτακτης χρησικτησίας. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η νομή με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για διάστημα 30 ετών. Παράλληλα, μπορούσε να συνυπολογιστεί και ο χρόνος νομής του δικαιοπαρόχου, εφόσον ο διάδοχος είχε αποκτήσει νόμιμα το δικαίωμά του.

Μετά την αλλαγή του πλαισίου ξεκίνησε για πολλούς ένα πραγματικό κυνήγι τίτλων, χρυσόβουλων και κάθε άλλου εγγράφου που θα μπορούσε να αποδείξει ότι μια έκταση ανήκε σε ιδιώτες ή ότι οι πρόγονοί τους τη χρησιμοποιούσαν επί σειρά ετών.

Η οριοθέτηση των δασικών εκτάσεων επανήλθε στο προσκήνιο με τον ν. 248 του 1976. Μέχρι το 1998 είχε κτηματογραφηθεί μόλις το 2,5% της χώρας, ενώ η επόμενη οργανωμένη προσπάθεια χαρτογράφησης πραγματοποιήθηκε με τον ν. 3889/2010. Τότε χαρτογραφήθηκε και αναρτήθηκε περίπου το 1% της ελληνικής επικράτειας.

Από το 2016 και μετά, οι δασικοί χάρτες άρχισαν να αναρτώνται αποκλειστικά σε ψηφιακή μορφή, με τη χρήση γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών (GIS). Σήμερα είναι διαθέσιμοι ηλεκτρονικά μέσω του Ελληνικού Κτηματολογίου.

Με την πάροδο των χρόνων, οι προϋποθέσεις έγιναν αυστηρότερες και το θεσμικό πλαίσιο περιορίστηκε, με αποτέλεσμα ολοένα μεγαλύτερες εκτάσεις να καταλήγουν στην κυριότητα του Δημοσίου. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικά τμήματα εξακολουθούν να παραμένουν ιδιωτικά, είτε επειδή το Δημόσιο δεν προχώρησε στις απαιτούμενες ενέργειες είτε λόγω πιέσεων των κατοίκων στις αντίστοιχες περιοχές.

Με βάση το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τα μη δημόσια δάση χαρακτηρίζονται ως ιδιόκτητα, συνιδιόκτητα, διακατεχόμενα, συνδιακατεχόμενα, κοινοτικά ή μοναστηριακά. Τα διακατεχόμενα είναι εκείνα των οποίων η κυριότητα δεν έχει οριστικά κριθεί έναντι του Δημοσίου. Το Δημόσιο υποστηρίζει ότι του ανήκουν, ενώ ιδιώτες τα διεκδικούν και τα κατέχουν προσωρινά, μέχρι να εκδοθεί συγκεκριμένη δικαστική απόφαση.

Οι εκτάσεις αυτές δεν είναι καθόλου αμελητέες, καθώς υπολογίζεται ότι αντιστοιχούν στο 5% έως 10% του συνόλου των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας.

Ανάμεσα στις χαρακτηριστικές περιπτώσεις ιδιωτικών δασών είναι το Δάσος Προκοπίου – Δραζίου στην Εύβοια, γνωστό και ως δάσος Μπέικερ. Η συγκεκριμένη έκταση κατάφερε να γλιτώσει από τη μεγάλη πυρκαγιά που έπληξε το νησί το 2021.

Η ιστορία του ξεκινά το 1832, όταν οι Edward H. Noel και Friedrich Rudolph von Fellenberg αγόρασαν το κτήμα Αχμέταγα, αρχικής έκτασης 60.000 στρεμμάτων. Επτά χρόνια αργότερα προστέθηκε το γειτονικό κτήμα Δραζίου, έκτασης περίπου 10.000 στρεμμάτων, με στόχο την ίδρυση αγροτικής σχολής στην Ελλάδα, στα πρότυπα του γεωργικού σχολείου Hofwyl της Ελβετίας, από το οποίο είχαν αποφοιτήσει.

Το 1889, το αγροδασικό κτήμα είχε φτάσει να καλύπτει 90.000 στρέμματα, περιλαμβάνοντας δάση, βοσκοτόπους και καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Μια διαφορετική περίπτωση αποτελούν τα Δάση του Φιλίππου, ένα σύμπλεγμα έξι δασών συνολικής έκτασης 103.000 στρεμμάτων, που εκτείνεται στις περιφερειακές ενότητες Ημαθίας και Πιερίας.

Τη διαχείρισή τους έχει σήμερα εταιρεία, η οποία αναφέρει πως «κύρια προτεραιότητα αποτελεί η αειφορική διαχείριση και προστασία των δασών, με γνώμονα την ισορροπία μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και του ανθρώπου».

Στα ιδιωτικά – συνιδιόκτητα δάση συγκαταλέγεται και εκείνο της Αγόριανης, στον Επτάλοφο Φωκίδας, με έκταση 54.000 στρεμμάτων. Η περιοχή έχει αναγνωριστεί ως ιδιωτική συνιδιόκτητη υπέρ των κατοίκων της Αγόριανης, εξ αδιαιρέτου, με δικαστική απόφαση του 1936.

Πρόσφατα, μάλιστα, είχε καταγγελθεί η ύπαρξη πλαστών τίτλων συνιδιοκτησίας, υπόθεση που συνδέθηκε και με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ