Τρεις βασικούς οικονομικούς στόχους για τα επόμενα χρόνια έχει θέσει η Alpha Bank, με ορίζοντα το τέλος του 2030. Η τράπεζα στοχεύει σε απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 16%, από εκτίμηση 12% για το 2026, ενώ προβλέπει αύξηση των κερδών ανά μετοχή κατά 12% ετησίως την επόμενη τετραετία, ώστε να φτάσουν τα 0,63 ευρώ το 2030, από 0,41 ευρώ σήμερα.
Παράλληλα, η Alpha Bank υπολογίζει ότι θα έχει δυνατότητα διανομής κερδών 1 δισ. ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο την τετραετία 2027-2030, έναντι περίπου 500 εκατ. ευρώ τη φετινή χρονιά. Ο στόχος για τα κέρδη έπειτα από φόρους τίθεται στα 1,4 δισ. ευρώ το 2030, από περίπου 920 εκατ. ευρώ το 2026.
Τα επιχειρηματικά της σχέδια παρουσίασε η διοίκηση της τράπεζας στην επενδυτική κοινότητα την Πέμπτη, θέτοντας ως προτεραιότητα την περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητάς της σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Η επίτευξη του στόχου θα στηριχθεί στη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων και στη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση. Η τράπεζα σκοπεύει να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι των υπόλοιπων ελληνικών συστημικών τραπεζών, με αιχμή τη στρατηγική συνεργασία της με την UniCredit, η οποία της δίνει πρόσβαση σε 13 ευρωπαϊκές αγορές.
Οπως υπογράμμισε ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, η Ελλάδα, όπως και ολόκληρος ο τραπεζικός τομέας, «έχει γυρίσει σελίδα» από την εποχή της κρίσης και έχει πλέον θέση στο «ευρωπαϊκό γίγνεσθαι».
Η τράπεζα προβλέπει πιστωτική επέκταση 3 δισ. ευρώ φέτος, αλλά και τα επόμενα χρόνια τουλάχιστον έως το 2030. Η εκτίμηση χαρακτηρίζεται συντηρητική και βασίζεται στο σενάριο διατήρησης του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ στο 2,50% κατά την επόμενη τετραετία.
Οπως ανέφερε ο Βασίλης Ψάλτης, η αύξηση των χορηγήσεων αναμένεται να προέλθει από τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας που παρουσιάζουν τις καλύτερες προοπτικές. Μεταξύ αυτών είναι η ενέργεια, ο τουρισμός, η ναυτιλία, το real estate, τα logistics, τα τρόφιμα και τα φάρμακα.
Συνολικά, τα κεφάλαια προς διανομή αναμένεται να ξεπεράσουν τα 4 δισ. ευρώ την επόμενη τετραετία. Τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ από αυτά θα επιστρέψουν στους μετόχους με τη μορφή μερίσματος σε μετρητά, ενώ μέρος των κεφαλαίων θα μπορεί να κατευθυνθεί σε εξαγορές, όπως σημείωσε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, Λάζαρος Παπαγαρυφάλλου.
Σε ό,τι αφορά τις πιθανές εξαγορές, η Alpha Bank εμφανίζεται να δίνει μεγαλύτερο βάρος στον ασφαλιστικό κλάδο, όπου διακρίνει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης. Στόχος της είναι να αντλεί από τον συγκεκριμένο κλάδο το 6% των κερδών της έως το 2030.
Στο μέτωπο των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ), ο δείκτης της Alpha Bank διαμορφώνεται στο 3,8% του συνολικού χαρτοφυλακίου, ποσοστό που είναι το υψηλότερο μεταξύ των ελληνικών συστημικών τραπεζών. Ο CFO της τράπεζας, Βασίλης Κοσμάς, απαντώντας σε ερώτηση των «ΝΕΩΝ», εξήγησε ότι η διαφορά οφείλεται κυρίως στην επιλογή της Alpha Bank να διατηρήσει στο χαρτοφυλάκιό της στεγαστικά δάνεια λογιστικής αξίας περίπου 900 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για δάνεια που η τράπεζα εκτιμά ότι μπορούν να εξυγιανθούν, αντί να παραχωρηθούν σε funds του εξωτερικού. Στόχος είναι ο δείκτης ΜΕΑ να υποχωρήσει περίπου στο 2% έως το 2030.

