Το στέγνωμα των ρούχων τον χειμώνα γίνεται συχνά δύσκολη υπόθεση, ιδιαίτερα όταν ο καιρός δεν επιτρέπει το άπλωμα σε εξωτερικό χώρο. Το στεγνωτήριο προσφέρει ταχύτητα, όμως καταναλώνει αρκετό ρεύμα και δεν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή για τα ευαίσθητα υφάσματα.
Μια λύση που κερδίζει έδαφος είναι η θερμαινόμενη απλώστρα. Πρόκειται για πτυσσόμενη απλώστρα με ράβδους που διαθέτουν ηλεκτρικές αντιστάσεις χαμηλής ισχύος. Οι ράβδοι θερμαίνονται και μεταφέρουν τη θερμότητα απευθείας στα ρούχα, επιταχύνοντας το στέγνωμα χωρίς να απαιτείται περισσότερος χώρος από εκείνον μιας συμβατικής απλώστρας.
Ο αφυγραντήρας μπορεί επίσης να βοηθήσει, καθώς απομακρύνει την υγρασία από τον αέρα και επιταχύνει τη διαδικασία. Ωστόσο, δεν αντικαθιστά πλήρως το στέγνωμα, ενώ για μια ολόκληρη πλύση σε κλειστό χώρο χρειάζεται συνήθως να λειτουργεί συνεχώς για 6 έως 10 ώρες.
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της θερμαινόμενης απλώστρας είναι η χαμηλή κατανάλωση ενέργειας. Τα περισσότερα μοντέλα έχουν ισχύ από 100W έως 300W, με τη μέση κατανάλωση να διαμορφώνεται περίπου στα 220W.
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε σύγκριση με ένα στεγνωτήριο ρούχων. Τα μοντέλα συμπύκνωσης υδρατμών καταναλώνουν συνήθως 2.000W έως 3.000W ανά κύκλο, ενώ τα σύγχρονα στεγνωτήρια με αντλία θερμότητας κινούνται μεταξύ 800W και 1.000W. Ένας αφυγραντήρας, από την άλλη, καταναλώνει περίπου 200W έως 350W.
Με τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στα 20 λεπτά ανά κιλοβατώρα, μια θερμαινόμενη απλώστρα ισχύος 220W κοστίζει περίπου 0,044 ευρώ για κάθε ώρα λειτουργίας. Ακόμη και σε χρήση πέντε ωρών, η συνολική δαπάνη δεν ξεπερνά τα 22 λεπτά του ευρώ, γεγονός που την καθιστά μία από τις πιο οικονομικές λύσεις για ενεργητικό στέγνωμα.
Στην ελληνική αγορά, οι απλές πτυσσόμενες θερμαινόμενες απλώστρες κοστίζουν περίπου 45 έως 55 ευρώ. Τα πολυώροφα μοντέλα, καθώς και όσα διαθέτουν ειδικό κάλυμμα ή χρονοδιακόπτη, κυμαίνονται συνήθως από 80 έως 130 ευρώ. Συνολικά, η τιμή μιας αξιόπιστης συσκευής ξεκινά περίπου από 30-35 ευρώ και μπορεί να φτάσει έως και τα 90 ευρώ, ενώ διατίθενται και ακριβότερες επιλογές.
Το κόστος αγοράς είναι συγκρίσιμο ή ακόμη και χαμηλότερο από εκείνο ενός αφυγραντήρα, ενώ η απλώστρα μετακινείται ευκολότερα μέσα στο σπίτι και αποθηκεύεται χωρίς να καταλαμβάνει μεγάλο χώρο.
Για καλύτερη απόδοση, χρειάζεται προσοχή στη διαχείριση της υγρασίας. Το νερό που εξατμίζεται από τα ρούχα δεν εξαφανίζεται, αλλά παραμένει στον αέρα του δωματίου. Γι’ αυτό είναι προτιμότερο η απλώστρα να τοποθετείται σε καλά αεριζόμενο χώρο ή να ανοίγει για λίγα λεπτά ένα παράθυρο, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος δημιουργίας μούχλας στους τοίχους.
Η χρήση καλύμματος μπορεί, επίσης, να μειώσει αισθητά τον χρόνο στεγνώματος. Ένα ειδικό κάλυμμα με φερμουάρ ή ακόμη και ένα καθαρό σεντόνι εγκλωβίζει τη θερμότητα γύρω από τα ρούχα, δημιουργώντας ένα μικρό «θερμοκήπιο». Σύμφωνα με δοκιμές καταναλωτικών οργανισμών, η πρακτική αυτή μπορεί να περιορίσει σχεδόν στο μισό τον απαιτούμενο χρόνο.

