Με τις καταθέσεις επιζώντων συνεχίζεται η δίκη για τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, καθώς οι μαρτυρίες των ανθρώπων που βρέθηκαν στο τρίτο βαγόνι τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023 αναδεικνύουν ξανά τις εφιαλτικές στιγμές που έζησαν.
Στο δικαστήριο κατέθεσε και ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που επέβαινε στο τρίτο βαγόνι: η Χέιζελ Λορραίν Χάγγινς από τη Σκωτία και ο σύζυγός της, Πέτρος Σταυρόπουλος. Και οι δύο υπογράμμισαν την ανάγκη η χώρα να αποκτήσει επιτέλους ασφαλείς συγκοινωνίες και μέσα μαζικής μεταφοράς.
Η κα Χάγγινς περιέγραψε:
«Τεράστια μπάλα φωτιάς, κάτι σαν αέριο. Ήταν φοβερό. Κάποιο παιδί φώναξε να σπάσουμε το παράθυρο να φύγουμε, να μην καούμε κι εμείς. Ήμουν ξαπλωμένη. Έρχεται ο άντρας μου, βοηθά τις κοπέλες από πάνω μου να φύγουν, μέχρι να ελευθερώσει το πόδι μου που ήταν σφηνωμένο σε δύο καρέκλες. Ήταν δύσκολο. Ήξερα ότι πρέπει να σωθώ.
Όταν κατέβηκα από το βαγόνι θυμάμαι μόνο συντρίμμια. Ο φόβος για τη φωτιά ήταν έντονος. Στον δρόμο προς το ΑΧΕΠΑ κατάλαβα ότι ήμουν χτυπημένη, γιατί άρχισα να πονάω. Δεν είχαμε πράγματα, λεφτά, κλειδιά. Στον σταθμό νιώθαμε λίγο ορφανοί. Δεν υπήρχε κανείς να μας κατευθύνει. Μπήκαμε σε ένα ασθενοφόρο με άλλα τέσσερα άτομα και πήγαμε στο ΑΧΕΠΑ. Ήμουν πολύ χτυπημένη στο δεξί πλευρό και στον δεξί μηρό.
Έντονη μυρωδιά, δεν έχω ξαναμυρίσει. Μπήκε στα ρουθούνια και δεν έφευγε. Ήταν και στα πράγματά μας όταν αργότερα πήγε ο άντρας μου με τον γιο μου να τα πάρουν. Που και που είναι σαν να μπαίνω σε ταινία. Στην αρχή ήθελα πολύ καιρό να καταλάβω τι είχε γίνει.
Μεγάλο πράγμα που σωθήκαμε και οι δύο. Αυτό δεν έπρεπε να γίνει ποτέ. Ήταν έγκλημα. Έχω εμπειρίες από τη δική μου χώρα, τη Σκωτία, που έχει πολλά τρένα με πολλές γραμμές σαν ιστό αράχνης, και εμείς εδώ δεν μπορούμε να φροντίσουμε ένα σύστημα με δύο γραμμές; Ο καθένας σε κάθε δουλειά πρέπει να έχει υπευθυνότητα. Είσαι υπουργός, πρωθυπουργός… Ασφάλεια να υπάρχει.»
Ο κ. Σταυρόπουλος, που καθόταν στο τρίτο βαγόνι αντίθετα από τη φορά του τρένου, κατέθεσε:
«Στις 11 στη Λάρισα. Μετά ξεκίνησε για Θεσσαλονίκη και μας είπαν για την καθυστέρηση. Είκοσι λεπτά μετά έγινε χαμός. Εκτινάχθηκαμε από τις θέσεις μας. Εγώ έπεσα στον διάδρομο. Η σύζυγος εκτινάχθηκε δύο με τρία μέτρα μακριά. Δύο λεπτά μετά συνήλθα. Το βαγόνι είχε πάρει κλίση. Γινόταν χαλασμός μέσα, δεν υπήρχε φως και φαινόταν μόνο η φωτιά. Μια κυρία είπε να βγούμε γιατί υπήρχε ενδεχόμενο να έρθει προς τα εδώ η φωτιά. Πήγαμε προς τα πίσω, προς το σπασμένο παράθυρο. Ζέστη, μυρωδιά, καπνός έξω από το βαγόνι. Είδα φλόγες σαν μπάλα.
Είχε μια πλατφόρμα αλλά δεν μπορούσαμε να ανέβουμε και πήγαμε από κάτω. Στον δρόμο είχε πυροσβεστικά και Αστυνομία. Μας έριξαν σκοινιά οι πυροσβέστες. Όταν φτάσαμε στον δρόμο μάς είπαν όσοι είναι ελαφρά τραυματισμένοι να μπουν στο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη. Στις 2 με 2:30 φτάσαμε στον σταθμό και με το ΕΚΑΒ πήγαμε στο ΑΧΕΠΑ.»
Στο ίδιο βαγόνι ταξίδευαν εκείνη τη νύχτα τέσσερις νεαρές, δύο αδερφές και δύο φίλες. Στις καταθέσεις τους μίλησαν για τον εκκωφαντικό θόρυβο, τη φωτιά που δυνάμωνε έξω από το βαγόνι και τη θερμοκρασία που ανέβαινε συνεχώς. Κατάφεραν να βγουν από ένα σπασμένο παράθυρο, ενώ μια πρωτόγνωρη μυρωδιά είχε κατακλύσει τον χώρο. Τα μαλλιά τους κάηκαν, παρότι δεν ήρθαν σε άμεση επαφή με τις φλόγες.
Ήταν από τους πρώτους που απεγκλωβίστηκαν. Για να φτάσουν στον δρόμο, σκαρφάλωναν βάζοντας τα νύχια τους στο χώμα. Εκεί είδαν ένα περιπολικό και ένα λεωφορείο, με το οποίο μεταφέρθηκαν στο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, όπου νοσηλεύτηκαν.
Μία από τις νεαρές επιζώσες κατέθεσε:
«Ανησυχούσαμε. Είχε έντονο φως στο βαγόνι, από έξω απόλυτο σκοτάδι. Κοιτάξαμε αν ανησυχεί ο κόσμος και κάποιοι αναρωτιούνταν γιατί σταμάτησε ενώ είχε καθυστέρηση. Η Έλλη πήγε πιο πίσω να ξαπλώσει. Είχα κλείσει τα μάτια μου χωρίς να με πάρει ο ύπνος. Ένιωσα σαν απότομο φρενάρισμα, σύρσιμο. Σε δευτερόλεπτα επικράτησε χάος και ένιωσα να στροβιλίζομαι. Ένιωθα ότι πέφτω από αεροπλάνο. Ήταν τεράστια η δύναμη. Μου φάνηκε αιώνας. Πετάγονταν θραύσματα παντού. Ένιωσα τεράστια κύματα θερμότητας να έρχονται. Ένιωσα ότι θα πεθάνω και δεν μπορώ να κάνω τίποτα να το αποτρέψω. Ένιωσα τεράστιο βάρος στο κεφάλι μου. Τεράστια φωτιά από τα δεξιά μας. Έγειρε το βαγόνι, μεγάλη κλίση. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, έτσουζε πολύ ο λαιμός μου. Ένιωσα ότι θα γίνει έκρηξη. Η φωτιά ήταν τεράστια, ακριβώς έξω από το παράθυρο που είχε σπάσει. Θυμάμαι ένα μωρό να κλαίει δυνατά. Θυμάμαι να βήχω και ένα παιδί είπε να καλύψουμε στόμα και μύτη. Ακούσαμε για παράθυρο πιο πίσω. Η αδερφή μου είχε σφηνώσει το πόδι της. Ένα παιδί την απεγκλώβισε. Ευτυχώς υπήρχαν παιδιά που μας έπαιρναν αγκαλιά να μας κατεβάσουν.»
Μια δεύτερη επιζώσα περιέγραψε:
«Ήταν δυνατοί οι θόρυβοι. Λαμαρίνες να συγκρούονται. Πολύ δυνατή φωτιά, ψηλή, τεράστια. Το μόνο φως. Ανεβαίναμε από τις λαμαρίνες. Ευτυχώς υπήρχαν παιδιά που βοηθούσαν. Απόλυτο σκοτάδι. Εκεί πήρα τον μπαμπά μου τηλέφωνο. Του είπα: “Καιγόμαστε, καίγονται τα μαλλιά μας”. Ένα παιδί μας φώναζε “μην πάτε από εκεί, δεν υπάρχει κάτω”. Θυμάμαι άλλον να φωνάζει “προσέξτε τα καλώδια, μήπως έχουν ρεύμα”. Άρχισα να κρυώνω και να πονάω. Όταν ήμασταν στις ράγες δεν είχαν έρθει ακόμη τα περιπολικά. Δεν ήταν εύκολο να ανέβουμε. Η Στέλλα έλεγε “βάλτε τα νύχια στο χώμα για να ανεβείτε”. Μόλις βγήκαμε στον δρόμο θυμάμαι να με βοηθάει ένα παιδί να περάσω τις μπάρες.»
Οι τέσσερις νεαρές αναφέρθηκαν και στη ζωή τους μετά την τραγωδία, μιλώντας για δυσκολίες, φοβίες, διαταραχές και ενοχές. Όπως είπαν, συχνά αναρωτιούνται γιατί έζησαν εκείνες και χάθηκαν τόσοι άνθρωποι, έχοντας στο μυαλό τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους.
Η διαδικασία θα συνεχιστεί με τις καταθέσεις και άλλων επιβατών που επέζησαν της τραγωδίας.

