Ανοδικά κινήθηκε ο Nasdaq στη συνεδρίαση της Τρίτης, με τις μεγάλες τεχνολογικές μετοχές να ανακάμπτουν ενόψει της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Ο Dow Jones, ωστόσο, έκλεισε με απώλειες, ενώ η Apple βρέθηκε υπό πίεση εξαιτίας των προειδοποιήσεων για την αύξηση του κόστους των τσιπ μνήμης.
Στο κλείσιμο της Wall Street, ο S&P 500 ενισχύθηκε κατά 0,36%, στις 7.568,92 μονάδες, ενώ ο Nasdaq κατέγραψε άνοδο 0,83%, φτάνοντας στις 25.372,01 μονάδες. Αντίθετα, ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,38%, στις 51.787,04 μονάδες.
Η μετοχή της Apple υποχώρησε κατά 1,9%, καθώς η εταιρεία προειδοποίησε ότι το κόστος των τσιπ μνήμης θα συνεχίσει να αυξάνεται, επιβαρύνοντας την κερδοφορία της στο τελευταίο τρίμηνο του έτους, που περιλαμβάνει και την κρίσιμη περίοδο των εορτών.
Στον αντίποδα, η Micron Technology, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή τσιπ μνήμης, ενισχύθηκε κατά 2,6%, ενώ η Nvidia σημείωσε άνοδο 2,3%, ανακάμπτοντας μετά από τέσσερις συνεχόμενες συνεδριάσεις απωλειών. Ισχυρή άνοδο κατέγραψε και ο δείκτης ημιαγωγών της Φιλαδέλφειας, με την AMD να κινείται επίσης ανοδικά ενόψει της ανακοίνωσης των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων της μετά το κλείσιμο της Wall Street.
Κέρδη άνω του 2% σημείωσαν ακόμη οι μετοχές της Microsoft και της Amazon.
«Πρόκειται για μια μετατόπιση από τις πιο ασφαλείς τεχνολογικές επιλογές, όπως η Apple, προς πιο ριψοκίνδυνες μετοχές, όπως αυτές των κατασκευαστών τσιπ», δήλωσε ο Τζέι Χάτφιλντ, διευθύνων σύμβουλος της Infrastructure Capital Management, κάνοντας λόγο για αγοραστικό ενδιαφέρον σε μια αγορά που καθοδηγείται από τις τεχνολογικές μετοχές και τον Nasdaq.
Παρά την ανάκαμψη, το κλίμα στην αγορά παραμένει εύθραυστο. Τη Δευτέρα, ο Nasdaq 100 έκλεισε περισσότερο από 10% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό της 6ης Οκτωβρίου, επιβεβαιώνοντας ότι ο δείκτης υψηλής τεχνολογίας έχει εισέλθει σε φάση διόρθωσης. Οι επενδυτές εξακολουθούν να προβληματίζονται για το κατά πόσο οι τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να μετατραπούν σε έσοδα και κέρδη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Οι μετοχές της Amazon και της Alphabet είχαν καταγράψει σημαντικές απώλειες την προηγούμενη εβδομάδα, μετά την ανακοίνωση των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων τους, τα οποία ενίσχυσαν τις ανησυχίες για το υψηλό κόστος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο S&P 500 βρίσκεται περίπου 3% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό της 6ης Οκτωβρίου, διατηρώντας, ωστόσο, κέρδη άνω του 10% από τις αρχές του 2026.
Από τους 11 κλαδικούς δείκτες του S&P 500, οι έξι έκλεισαν με απώλειες. Τη μεγαλύτερη πτώση σημείωσε ο κλάδος των βασικών καταναλωτικών αγαθών, με απώλειες 1,76%, ενώ ακολούθησε ο κλάδος των πρώτων υλών, με πτώση 1,75%.
Σημαντικές πιέσεις δέχθηκαν και άλλες εταιρείες που ανακοίνωσαν τριμηνιαία αποτελέσματα. Η Gartner κατρακύλησε κατά 13,2%, ενώ οι μετοχές της Thomson Reuters και της Shopify που διαπραγματεύονται στις ΗΠΑ υποχώρησαν κατά 9,9% και 8,7% αντίστοιχα.
Η Palantir Technologies, εταιρεία που δραστηριοποιείται στο λογισμικό ανάλυσης δεδομένων με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, ανακοίνωσε προβλέψεις για τα έσοδα του τελευταίου τριμήνου του έτους υψηλότερες από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, αφού ξεπέρασε τις προσδοκίες και στο τρίτο τρίμηνο. Παρά τις θετικές προβλέψεις, η μετοχή της υποχώρησε.
Το ενδιαφέρον των αγορών στράφηκε παράλληλα στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, καθώς οι ψηφοφόροι καλούνται να αξιολογήσουν την πρώτη διετία της δεύτερης προεδρικής θητείας του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις και τις εκτιμήσεις ανεξάρτητων αναλυτών που επικαλείται το Reuters, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονταν σε θέση να διεκδικήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων από τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ η έκβαση της μάχης για τη Γερουσία παρέμενε αβέβαιη.
Οι επενδυτές αναμένουν να αξιολογήσουν τις πιθανές επιπτώσεις του εκλογικού αποτελέσματος στη δημοσιονομική πολιτική, τη φορολογία, τη ρυθμιστική νομοθεσία και τις κρατικές δαπάνες.
«Θα είναι θετικό να αφήσουμε πίσω μας αυτό το γεγονός, καθώς η αγορά προετοιμαζόταν εδώ και αρκετό καιρό για μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας», δήλωσε ο Κεν Μαχόνι, διευθύνων σύμβουλος της Mahoney Asset Management.
Από την πλευρά τους, αναλυτές της Morgan Stanley εκτίμησαν ότι οι εκλογές θα μπορούσαν να απομακρύνουν έναν σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας για τις αγορές. Παράλληλα, χαρακτήρισαν την πολυμηνιαία διόρθωση της αμερικανικής αγοράς, η οποία ξεκίνησε τον Ιούνιο, ως ευρισκόμενη στα τελευταία της στάδια.
Συνολικά, οι μετοχές που έκλεισαν με απώλειες στον S&P 500 ήταν 1,6 φορές περισσότερες από εκείνες που κατέγραψαν κέρδη. Ο δείκτης σημείωσε 10 νέα υψηλά και ένα νέο χαμηλό, ενώ στον Nasdaq καταγράφηκαν 57 νέα υψηλά και 251 νέα χαμηλά.
Τέλος, η συναλλακτική δραστηριότητα στα αμερικανικά χρηματιστήρια παρέμεινε σχετικά περιορισμένη, καθώς διακινήθηκαν 16,6 δισεκατομμύρια μετοχές, έναντι μέσου όρου 17,4 δισεκατομμυρίων στις προηγούμενες 20 συνεδριάσεις.

